Η Άννα Γαλανού δεν χρειάζεται συστάσεις. Πολυγραφότατη, πολυβραβευμένη και πολυαγαπημένη από κοινό και κριτικούς έχει κατακτήσει τη δική της ξεχωριστή θέση στη λίστα των σύγχρονων επιτυχημένων Ελλήνων συγγραφέων. Η πορεία της ξεκινά από τα Πεζά του Ηρακλείου Κρήτης, όπου γράφει ποιήματα, διηγήματα και πεζογραφήματα από νεαρή ηλικία, κατακτώντας στα χρόνια του Λυκείου ακόμα διακρίσεις για τη μελέτη της στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Έχει εκδώσει συνολικά 16 βιβλία ιστορικά, ηθογραφικά, παραμύθια,
κατακτώντας βραβεία για τα περισσότερα από αυτά, ενώ έχει διακριθεί με βραβεία και για το έργο της ως θεατρική συγγραφέας, με έργο που μεταφράστηκε στα Ισπανικά και τα Πορτογαλικά.
Εκτός του συγγραφικού της έργου η ίδια με σπουδές στα Οικονομικά, έχει μεγάλη πορεία στον τομέα των διαφημίσεων, αρθρογραφεί στον ειδησεογραφικό ιστότοπο OnDay, στην πολιτιστική εφημερίδα της Λέσβου gera.gr και παράλληλα διδάσκει δημιουργική γραφή στο New York College.
Το τελευταίο της βιβλίο «Αχαρτογράφητα Νερά» (εκδόσεις Διόπτρα ) ερχόμενο ως το τελευταίο βιβλίο μιας τετραλογίας, όπου η συγγραφέας καταγράφει την πορεία και τη θέση της γυναίκας την περίοδο του μεσοπολέμου, του εμφυλίου, στις αρχές του 20 αιώνα και σήμερα, πραγματεύεται την καταπίεση, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την ψυχολογική καταπίεση και την οικογενειακή προδοσία μια γυναίκας, της Ειρήνης Μπαλτά. Η ηρωίδα καταφέρνει να επαναστατήσει και να ζητήσει δικαίωση χαρτογραφώντας τη ζωή της από την αρχή. « Για μένα, αυτή η τετραλογία δεν είναι απλώς ένα λογοτεχνικό εγχείρημα, αλλά μία διαχρονική καταγραφή της γυναικείας αντοχής. Στο βιβλίο αυτό εστίασα κυρίως στην ψυχολογική κακοποίηση. Μια μορφή βίας πιο αθόρυβη, αλλά εξίσου διαβρωτική» , δηλώνει η συγγραφέας.
Ε. Ν. : Κυρία Γαλανού, έχετε εκδώσει ως τώρα 16 βιβλία. Πόσο διαφορετική νιώθετε ως συγγραφέας από το ντεμπούτο σας στις εκδόσεις ως το τελευταίο σας βιβλίο «Αχαρτογράφητα Νερά» ;
Α. Ν. : Αν κοιτάξω πίσω, νιώθω πως εκείνη η πρώτη συγγραφική φωνή ήταν γεμάτη ενθουσιασμό και ακατέργαστη ορμή. Έγραφα με την καρδιά μπροστά και τη σκέψη να την ακολουθεί. Σήμερα, μετά από δεκαέξι βιβλία που έχω εκδώσει και μεγάλο αριθμό κειμένων που ακόμα μένουν στο συρτάρι, μπορώ μετά βεβαιότητας να σας πω, ναι μεν δεν έχω χάσει τον ενθουσιασμό μου, έχω όμως αποκτήσει επίγνωση. Αυτό αλλάζει τα πάντα. Η διαδρομή αυτή με ωρίμασε όχι μόνο τεχνικά, αλλά και υπαρξιακά. Έμαθα να «ακούω» πιο προσεκτικά τους ήρωές μου και να σέβομαι τις σιωπές τους.
Στα «Αχαρτογράφητα Νερά» ένιωσα ότι καταδύομαι σε βαθύτερα στρώματα της ανθρώπινης ψυχής. Δεν με ενδιέφερε απλώς να αφηγηθώ μια ιστορία· με ενδιέφερε να φωτίσω τα σκοτεινά σημεία που συχνά αποσιωπούμε. Από το βλέμμα της δημιουργικής αγωνίας πέρασα στο βλέμμα της ευθύνης. Σε θέματα όπως, η ψυχολογική κακοποίηση, ο εξαναγκασμός ή η εσωτερική απελευθέρωση, δεν αρκεί η έμπνευση. Χρειάζεται ακρίβεια, ενσυναίσθηση και θάρρος.
Δεν είμαι πια η ίδια συγγραφέας, αυτό είναι βέβαιο… Είμαι όμως η ίδια γυναίκα που εξακολουθεί να πιστεύει πως η λογοτεχνία μπορεί να γίνει καθρέφτης της κοινωνίας και ταυτόχρονα πυξίδα της.
Ε. Ν. : Υπήρξαν συγγραφικά κενά σε αυτή τη μακρά διαδρομή και πώς τα αντιμετωπίσατε;
Α. Ν. : Ναι, υπήρξαν περίοδοι σιωπής, όχι όμως κενό δημιουργίας. Υπήρξαν διαστήματα που η ζωή απαίτησε χώρο· οικογενειακές υποχρεώσεις, επαγγελματικές απαιτήσεις, προσωπικές δοκιμασίες. Πιστεύω όμως, ότι ο συγγραφέας δεν σταματά ποτέ να γράφει, έστω και «νοερά». Άλλωστε, η συγγραφή χρειάζεται βιώματα. Χρειάζεται παρατήρηση, ωρίμανση, εσωτερική ζύμωση.
Όταν δεν έγραφα βιβλίο, κατέγραφα ανθρώπους, συμπεριφορές, μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Όλα αυτά λειτουργούσαν σαν υπόγεια προετοιμασία για το επόμενο έργο.
Δεν πίεσα ποτέ τον εαυτό μου να γράψει, αξιοποίησα τον χρόνο για μελέτη, έρευνα, προσωπική ενδοσκόπηση. Εξάλλου, πιστεύω ακράδαντα πως η βιασύνη δεν γεννά ουσία.
Ε. Ν. : Έχετε λάβει Α’ βραβείο για το διήγημα «Με αντίπαλο τη ζωή» ,Β’ βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα για «Το τέλος μιας Κωμωδίας», Β’ βραβείο για το ποίημα «Άδειος Κόσμος» και δύο διακρίσεις για την μελέτη σας στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη και βραβείο ιατρικού κειμένου. Τι σημαίνουν αυτές οι βραβεύσεις για σας;
Α . Γ. : Κάθε βράβευση ήταν για μένα μια στιγμή επιβεβαίωσης, αλλά όχι αυτοσκοπός. Τη βίωσα περισσότερο ως αναγνώριση μιας εσωτερικής προσπάθειας παρά ως εξωτερική διάκριση. Όταν γράφεις, βρίσκεσαι μόνος απέναντι στη σελίδα και συχνά απέναντι στις αμφιβολίες σου. Μια βράβευση έρχεται να σου ψιθυρίσει ότι ο δρόμος που επέλεξες έχει νόημα, έχει ουσία.
Ιδιαίτερα, οι διακρίσεις που αφορούσαν το έργο του Νίκου Καζαντζάκη είχαν για μένα ξεχωριστή βαρύτητα. Ο Καζαντζάκης με έχει σημαδέψει βαθιά, όχι μόνο λογοτεχνικά αλλά και φιλοσοφικά. Το να μελετώ και να «συνομιλώ», με έναν τόσο ανώτερο πνευματικά συγγραφέα, αφενός μου προκαλούσε δέος, ενώ ταυτόχρονα μου «άνοιγε» το μυαλό και με έκανε να βλέπω διαφορετικά τα πράγματα.
Περνώντας τα χρόνια συνειδητοποίησα πως η μεγαλύτερη «βράβευση» είναι η σχέση μου με τους αναγνώστες. Τα μηνύματα, οι συναντήσεις, αλλά και οι ιστορίες που μοιράζονται μαζί μου.
Οι διακρίσεις σίγουρα με τίμησαν, η ευθύνη όμως απέναντι στον αναγνώστη είναι αυτή που με συνοδεύει και με καθοδηγεί κάθε φορά που ξεκινώ τη συγγραφή ενός νέου βιβλίου.
Ε. Ν. : Έχετε γράψει κυρίως κοινωνικά μυθιστορήματα, με εξαίρεση τρία παραμύθια, μια τελείως διαφορετική γραφή για τους μικρούς μας αναγνώστες. Ποσό εύκολο ή πόσο δύσκολο σας είναι αυτό και γιατί και ποια ανάγκη σας καλύπτεται μέσα από τη συγγραφή παραμυθιών;
Ε. Γ. : Έχω γράψει επίσης την ιστορική τριλογία -Οι Δρόμοι της Καταιγίδας- με τα βιβλία «Θυσία», «Εκδίκηση», «Εξιλέωση», που αναφέρεται στην Ενετοκρατία-Οθωμανική κυριαρχία-Κουρσάρους και Πειρατές στο Αιγαίο, τον 16ο αιώνα. Επίσης το ιστορικό μυθιστόρημα, «Στην Πόλη των Λυγμών» που αναφέρεται στην Α’ περίοδο της Εικονομαχίας στο Βυζάντιο.
Η συγγραφή παραμυθιών ενώ φαινομενικά μοιάζει πιο απλή στην πραγματικότητα είναι πολύ απαιτητική διαδικασία. Στο κλασσικό μυθιστόρημα μπορείς να αναπτύξεις, να αναλύσεις, να κινηθείς σε πολλές γκρίζες ζώνες, στο παραμύθι, όμως, πρέπει να είσαι ξεκάθαρός. Το παιδί αντιλαμβάνεται αμέσως την αλήθεια και την πρόθεση. Δεν συγχωρεί την επιτήδευση.
Τα παραμύθια, για μένα, δεν είναι «διάλειμμα» από τη σοβαρή γραφή. Είναι επιστροφή στον πυρήνα της. Δεν είναι εύκολο να απευθύνεσαι σε παιδιά. Πρέπει να θυμάσαι πώς είναι να βλέπεις τον κόσμο με απορία, φαντασία και με απόλυτη πίστη στο θαύμα. Οφείλεις μεν να διατηρείς τη δυνατότητα του ονείρου, αλλά ταυτόχρονα να εισάγεις στο παιδικό μυαλό την αλήθεια.
Ε. Ν : Ας έρθουμε στο τελευταίο σας εγχείρημα, τα «Αχαρτογράφητα Νερά» είναι ένα κοινωνικό μυθιστόρημα για την ψυχολογική κυρίως κακοποίηση των γυναικών, τον εξαναγκασμό, τον κοινωνικό αποκλεισμό αλλά και τη νίκη του χαρακτήρα με την αποτίναξη των επιβολών και της ζωής που της φορέθηκε. Κάνατε έρευνα για να χτίσετε τον χαρακτήρα της Ειρήνης Μπαλτά;
Α. Γ. : Η Ειρήνη Μπαλτά δεν γεννήθηκε μόνο από έμπνευση. Γεννήθηκε μέσα από μακρά και συστηματική έρευνα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα επισκέφθηκα δομές και στέγες κακοποιημένων γυναικών σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Μαγνητοφώνησα 152 προσωπικές μαρτυρίες γυναικών που βίωσαν κακοποίηση, ενώ συνομίλησα με πολύ περισσότερες, καθώς και με κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους και φορείς που δραστηριοποιούνται στον χώρο.

Αποτέλεσμα αυτής της απαιτητικής και συναισθηματικά φορτισμένης και μακράς διαδρομής ήταν το βιβλίο «Ζωές Απέναντι», που ασχολείται κυρίως με τη σωματική κακοποίηση των γυναικών. Φέτος, με τα «Αχαρτογράφητα Νερά», εστίασα κυρίως στην ψυχολογική κακοποίηση. Μια μορφή βίας πιο αθόρυβη, αλλά εξίσου διαβρωτική.
Τα δύο αυτά έργα ολοκληρώνουν μια τετραλογία που ξεκίνησε το 2020 με το μυθιστόρημα «Μαργκώ», όπου παρακολουθούμε τη θέση και την πορεία της γυναίκας στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Ακολούθησε η διλογία «Το Τίμημα της Αλήθειας» με τα βιβλία «Άλλη Θάλασσα Εκεί» και «Λιμάνια Ονείρων», που φωτίζουν τη διαδρομή της γυναίκας μετά τον πόλεμο του ’40 και τον Εμφύλιο έως τις παρυφές του 20ού αιώνα.
Για μένα, αυτή η τετραλογία δεν είναι απλώς λογοτεχνικό εγχείρημα, αλλά μία διαχρονική καταγραφή της γυναικείας αντοχής.
Ε. Ν. : Αλήθεια, κ. Γαλανού, γιατί ενώ η γυναίκα της εποχής μας έχει κατακτήσει πολλά δικαιώματα ,έχει δυναμική παρουσία στην κοινωνία, έχει γίνει αποδεκτή ως ισάξια των αντρών (τουλάχιστον θεωρητικά) σε πολλούς τομείς, παραμένει τόσο αδύναμη και υποτακτική στο οικογενειακό της περιβάλλον; Είμαστε άλλες όταν κλείνει η πόρτα του σπιτιού, μήπως παίζουμε τον ρόλο της δυναμικής παρουσίας έξω από αυτό, μήπως κι εμείς δεν μας αναγνωρίσαμε στην ουσία τους τα δικαιώματα που κατακτήσαμε ή είναι τόσα πολλά τα χρόνια της καταπίεσης που γράφτηκαν στο DNA μας;
Α. Γ. : Το ερώτημα αυτό είναι σκληρό, αλλά απολύτως υπαρκτό. Κοινωνική πρόοδος δεν σημαίνει αυτόματα και εσωτερική απελευθέρωση. Η γυναίκα σήμερα έχει κατακτήσει θεσμικά δικαιώματα, έχει παρουσία στον επαγγελματικό χώρο, έχει φωνή. Όμως η ιδιωτική σφαίρα λειτουργεί διαφορετικά. Εκεί ενεργοποιούνται βαθύτερα πρότυπα και ρόλοι που περνούν από γενιά σε γενιά
Για αιώνες η γυναίκα εκπαιδεύτηκε να αντέχει, να υποχωρεί, να «κρατά το σπίτι όρθιο». Αυτές οι πεποιθήσεις δεν διαγράφονται μέσα σε μία ή δύο γενιές Εσωτερικεύονται, περνούν ως κληρονομιά, εγγράφονται στην αυτοαντίληψη. Δεν είναι θέμα αδυναμίας χαρακτήρα, αλλά βαθιάς πολιτισμικής εγγραφής.
Πολλές γυναίκες είναι δυναμικές στον δημόσιο χώρο, γιατί εκεί αναγνωρίζεται η αξία τους με μετρήσιμους όρους. Στο σπίτι, όμως, η συναισθηματική εξάρτηση, ο φόβος της διάλυσης, η ευθύνη απέναντι στα παιδιά ή η κοινωνική κρίση δημιουργούν έναν διαφορετικό μηχανισμό άμυνας. Η ψυχολογική κακοποίηση, ειδικά, δρα αθόρυβα. Δεν αφήνει εμφανή σημάδια, αφήνει όμως αμφιβολία και ενοχή.
Πιστεύω ότι βρισκόμαστε ακόμη σε μια μεταβατική εποχή. Η διεκδίκηση των δικαιωμάτων έχει γίνει σε επίπεδο θεσμών. Η βαθιά απελευθέρωση, όμως, είναι περισσότερο εσωτερική διαδικασία και αυτή απαιτεί χρόνο, παιδεία και συλλογική αφύπνιση.
Ε. Ν. : Έχετε παρατηρήσει ποια είναι τα στοιχεία που σας γοητεύουν σε έναν άνθρωπο για να σας εμπνεύσει, να αποτελέσει ήρωα ή ηρωίδα σε κάποιο βιβλίο σας;
Α. Γ. : Δεν με γοητεύει η τελειότητα. Με γοητεύει η ρωγμή. Οι άνθρωποι που κουβαλούν μια αντίφαση, μια εσωτερική πάλη, μια σιωπηλή αντοχή· αυτοί είναι που με κινητοποιούν συγγραφικά. Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος που προσπαθεί που αγωνίζεται για αξίες και ιδανικά, όχι ο επιτηδευμένος.
Συχνά με εμπνέουν πρόσωπα που στην καθημερινότητα περνούν απαρατήρητα. Μια γυναίκα που χαμογελά, ενώ έχει δώσει αμέτρητες μάχες ή ένας άντρας που παλεύει με τις ενοχές του ή με την καθημερινότητα. Ένας άνθρωπος που στέκεται όρθιος χωρίς να θορυβεί. Αυτή η ήσυχη δύναμη είναι για μένα πολύ πιο δραματουργική από μια εντυπωσιακή επιτυχία.

Παρατηρώ ιδιαίτερα το βλέμμα και τη σιωπή. Εκεί κρύβεται συχνά η αλήθεια. Η λογοτεχνία δεν γεννιέται από τα μεγάλα γεγονότα, αλλά από τις μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες μετατοπίσεις στην ψυχή.
Ένας ήρωας, για να με εμπνεύσει, πρέπει να έχει κάτι «ανοιχτό» …ένα δύσκολο παρελθόν, μια πληγή ή ένα ερώτημα στο οποίο ακόμη δεν έχει βρει απάντηση. Από εκεί ξεκινά η αφήγηση. Από εκεί αρχίζει η διαδρομή προς την αλλαγή.
Εκείνο που με συγκινεί περισσότερο είναι η ανθρώπινη δυνατότητα μεταμόρφωσης. Η στιγμή που κάποιος αποφασίζει να σταθεί απέναντι στον φόβο του. Αυτό, συγγραφικά, είναι πολύ σημαντικό.
Ε. Ν. : Από την εμπειρία σας μπορεί η λογοτεχνία να αφυπνίσει ή να δώσει λύσεις σε προβλήματα; Ή ο κόσμος του φανταστικού διαφέρει από εκείνον της πραγματικότητας;
Α. Γ. : Η λογοτεχνία δεν δίνει έτοιμες λύσεις και ίσως αυτό είναι η δύναμή της. Δεν είναι εγχειρίδιο οδηγιών. Είναι χώρος συνάντησης. Όταν ένας αναγνώστης αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σε μια ιστορία, όταν νιώθει ότι κάποιος «είδε» αυτό που εκείνος δυσκολευόταν να ονομάσει, τότε κάτι αρχίζει να αλλάζει.
Ο κόσμος της λογοτεχνίας δεν είναι φυγή από την πραγματικότητα, αλλά ο τρόπος να τη φωτίσεις από όλες τις πλευρές. Μέσα από την αφήγηση μπορούμε να δούμε τις συνέπειες των πράξεων, τις σιωπές, τις εσωτερικές συγκρούσεις. Αυτό δημιουργεί χώρο σκέψης και προβληματισμού.
Δεν πιστεύω ότι ένα βιβλίο μπορεί από μόνο του να αλλάξει τον κόσμο. Μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο που ένας άνθρωπος βλέπει τον κόσμο… κι αυτό είναι μια αρχή. Αν η λογοτεχνία καταφέρει να γεννήσει ερωτήματα, να διαλύσει αυταπάτες, να ενισχύσει συνειδήσεις και να κινητοποιήσει εσωτερικές δυνάμεις που δίνουν θάρρος σε κάποιον να μιλήσει, τότε έχει επιτελέσει τον ρόλο της. Νομίζω πως η μεγάλη και ουσιαστική της δύναμη βρίσκεται ακριβώς εκεί. Στην αφύπνιση!

Ε. Ν. : Διδάσκετε δημιουργική γραφή και συγγραφή στο New York College, μπορείτε να μας πείτε τρεις συμβουλές που δίνετε στους ανθρώπους που θέλουν να ασχοληθούν με τη συγγραφή ή αν ποτέ έχετε αποτρέψει κάποιον να ασχοληθεί με αυτήν και γιατί;
Α. Γ. : Η διδασκαλία της δημιουργικής γραφής, είναι για μένα μια βαθιά δημιουργική εμπειρία. Η επαφή με ανθρώπους που θέλουν να γράψουν, που αναζητούν τη φωνή τους, με κρατά σε διαρκή εγρήγορση. Τρεις βασικές συμβουλές που δίνω είναι οι εξής:
- Πρώτον, να διαβάζουν αδιάκοπα. Δεν μπορείς να γράψεις τίποτα αν δεν έχεις μαθητεύσει ως αναγνώστης. Η ανάγνωση καλλιεργεί αισθητήριο και πειθαρχία.
- Δεύτερον, να γράφουν, ακόμη και όταν θεωρούν ότι δεν «έχουν έμπνευση». Η γραφή είναι και τέχνη και άσκηση.
- Να είναι ειλικρινείς. Να μη γράφουν αυτό που θεωρούν ότι «πουλάει», αλλά αυτό που τους λέει η καρδιά τους, αυτό που τους καίει πραγματικά.
Ναι, έχω αποτρέψει ανθρώπους, όχι από τη συγγραφή, αλλά από την αυταπάτη της εύκολης αναγνώρισης. Αν κάποιος θέλει να γράψει μόνο για τη δημοσιότητα, τον προτρέπω να το ξανασκεφτεί. Η συγγραφή απαιτεί αντοχή, μοναχικότητα και βαθιά εσωτερική ανάγκη Μόνο τότε το ταξίδι προς το φως αποκτά άλλες διαστάσεις. Αυτό είναι το μόνο αληθινό.
Ε. Ν. : Κυρία Γαλανού, σας ευχαριστώ ολόψυχα για την «συνάντησή» μας. Σας εύχομαι να είστε πάντα εμπνευσμένη και δημιουργική,
χαρίζοντάς μας γραπτά που ανοίγουν δρόμους «πνευματικούς» και εμπνέουν διεξόδους ζωής!
Α. Γ. : Σας ευχαριστώ θερμά για την ουσιαστική «συνάντησή» μας. Οι ερωτήσεις σας μου έδωσαν τη δυνατότητα να μιλήσω όχι μόνο για τα βιβλία μου, αλλά και για τη βαθύτερη ανάγκη που γεννά τη γραφή.
Εύχομαι οι λέξεις, τόσο οι δικές σας όσο και οι δικές μου, να συνεχίσουν να δημιουργούν γέφυρες επικοινωνίας και σκέψης. Γιατί, τελικά, η λογοτεχνία δεν είναι παρά ένας τρόπος να συναντιόμαστε, να κατανοούμε ο ένας τον άλλον και να αναζητούμε μαζί διεξόδους φωτός.
Σας ευχαριστώ από καρδιάς.

