Αμαλία Κ. Ηλιάδη: «Αναζητώντας τη Βασιλεύουσα: Οι τελευταίες ώρες της Αγίας Σοφίας»

«Αναζητώντας τη Βασιλεύουσα: Οι τελευταίες ώρες της Αγίας Σοφίας»,
Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα
Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων.

Ο ναός της Αγίας Σοφίας, στον πολυετή βίο του, δεν υπέστη μόνο
καταστροφές ως κτίριο, οι οποίες και μπορούσαν να επισκευασθούν.
Καταστροφές υπέστη και στον εσωτερικό του πλούτο, φορητό και μη, ο
οποίος εσυλήθη και κατεστράφη. Αυτός δε ο πλούτος δεν ήταν δυνατό να
αποκατασταθεί. Διακόσια πενήντα χρόνια πριν ακόμη οι Τούρκοι πατήσουν
το πόδι τους στην Κωνσταντινούπολη, η πρωτεύουσα του Βυζαντινού
κράτους καταλαμβάνεται από τους Λατίνους (1204). Τότε λεηλατήθηκαν και
συλήθηκαν τα πάντα. Την ίδια δε τύχη είχε και ο λαμπρότερος ναός της
Χριστιανοσύνης. Οι Λατίνοι δεν σεβάστηκαν τον οίκο του Θεού στον οποίο
και οι ίδιοι διατείνονταν ότι πίστευαν. Οι πύλες του ναού, ο ιερός
Άμβωνας, το ιερό Βήμα, η αγία Τράπεζα κατακερματίσθηκαν. Αρπάχτηκαν δε
μαζί με πολλά άλλα ιερά και πολύτιμα σκεύη και έπιπλα και άμφια. Και
άλλα από αυτά τα μοιράστηκαν μεταξύ τους, άλλα δε μεταφέρθηκαν στην
Ευρώπη και πουλήθηκαν έναντι μεγάλων ποσών. Μεταξύ των συληθέντων και
πωληθέντων ήταν: ο ακάνθινος στέφανος, η λόγχη, ο σπόγγος, ο χιτώνας
και μέρος του Τιμίου Σταυρού, τα οποία πουλήθηκαν στον βασιλιά της
Γαλλίας Λουδοβίκο τον Θ΄ αντί 400.000 φράγκων. Σήμερα ορισμένα από
αυτά υπάρχουν στον ναό της Αναστάσεως, στην Ιερουσαλήμ, και
συγκεκριμένα στο Τρίγωνο του Γολγοθά. Άλλα από αυτά κόσμησαν και
εξακολουθούν να κοσμούν τους ναούς και τις πλατείες των διαφόρων
δυτικών πόλεων, όπως π.χ. τον ναό του Αγίου Μάρκου και την πλατεία του
στη Βενετία.
Για να μεταφέρουν τα λάφυρα από τον ναό της Αγίας Σοφίας στο πλοίο, το
οποίο βρίσκονταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι, οι Λατίνοι εισήγαγαν όνους
και ημιόνους μέσα στο ναό και τα φόρτωναν. Δεν έφτανε όμως αυτό. Η
ασέβειά τους είναι ανωτέρα κάθε περιγραφής. Έπαιρναν τα άγια ποτήρια
και αφού έχυναν στη γη την Αγία Κοινωνία, τα μεταχειρίζονταν κατόπιν
ως κοινά ποτήρια για να πίνουν κρασί και νερό. Τα κείμενα των ιερών
Ευαγγελίων καταστρέφονταν. Κατόπιν έπαιρναν τα επίχρυσα και με
πολύτιμους λίθους διακοσμημένα περικαλύμματά τους, τα οποία
μεταφερόμενα στην Ευρώπη κάλυπταν τα δικά τους Ευαγγέλια. Σε όλο το
διάστημα της κατοχής της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους
(1204-1261) η Αγία Σοφία είχε μετατραπεί σε ρωμαιοκαθολικό ναό. Την
επισκεύασαν μερικώς, παρουσιάζοντας μερικά αναλήμματα με δυτική
εμφάνιση.
Όταν το 1261 η Κωνσταντινούπολη ανακτήθηκε και πάλι, επί Μιχαήλ του
Παλαιολόγου, οι Βυζαντινοί δεν μπόρεσαν να αποδώσουν πλέον στην Αγία
Σοφία την προηγούμενη εκείνη αίγλη, λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια. Οι
καταστροφές του ναού από τους Λατίνους σήμαναν την αρχή του τέλους της
γιατίμετά τους Λατίνους ήλθαν οι Τούρκοι, οι οποίοι μετέτρεψαν την
Αγία Σοφία σε τζαμί με όλες τις αναπόφευκτες, από την μετατροπή αυτή,
καταστροφές.
Το 1453η Κωνσταντινούπολη πολιορκούνταν στενά από τον Μωάμεθ. Είχαν
προηγηθεί δύο γενικές έφοδοι χωρίς να μπορέσει να κυριεύσει την
βασιλίδα των πόλεων. Τότε ο Μωάμεθ αποφασίζει να στείλει πρέσβεις προς
τον Κωνσταντίνο και να του προτείνει όρους ειρήνης. Πράγματι, την 26η
Μαΐου 1453 οι πρέσβεις του Μωάμεθ προτείνουν στον Κωνσταντίνο: «Να
παραδώσει την Πόλη, αν θέλει τη ζωή του, και να απέλθει ανενόχλητος
μετά των μεγιστάνων και των θησαυρών του στην Πελοπόννησο ή όπου αλλού
θέλει και να σταματήσει τον απελπισμένο πόλεμο». Αλλά ο άξιος των
προγόνων του Κωνσταντίνος απάντησε: «Την Πόλη ούτε εγώ δύναμαι να
παραδώσω, ούτε άλλος κανείς των εν αυτή κατοικούντων, διότι ομοφώνως
και αυτοπροαιρέτως προτιμούμε τον θάνατο από την άδοξη ζωή».
Μόλις έλαβε την απάντηση αυτή ο Μωάμεθ, απεφάσισε Τρίτη γενική έφοδο
και άρχισε αμέσως τις προετοιμασίες του. Μαθαίνοντάς το αυτό ο
Κωνσταντίνος, προσκαλεί όλους τους στρατηγούς του και με δάκρυα στα
μάτια τους παρακαλεί να αγωνισθούν τον τελευταίο υπέρ πατρίδας αγώνα.
«Στα χέρια σας, είπε, παραδίδω το ταπεινωμένο σκήπτρο μου και την
περίδοξο αυτή βασιλίδα των πόλεων, την Πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου,
η οποία είναι η ελπίδα και η χαρά όλων των Ελλήνων».
Ξημέρωσε η 27η Μαΐου, Κυριακή των Αγίων Πάντων. Ο αυτοκράτωρ,
συνοδευόμενος από όλη την ακολουθία και τους μεγιστάνες του, περπάτησε
για τελευταία φορά προς τον ναό της Αγίας Σοφίας για να εκκλησιασθεί.
Ο ναός ήταν κατάμεστος κόσμου, ο οποίος παρακαλούσε για την σωτηρία
του. Μπροστά στην Ωραία Πύλη στεκόταν ο κλήρος και ανέπεμπε ικεσία
«υπέρ του καθυποτάξαι υπό τους πόδας των Ορθοδόξων πάντα εχθρόν και
πολέμιον». Όλα μέσα στο ναό ενέπνεαν λύπη, πένθος, μελαγχολία. Ο ήχος
των κλαμάτων, η βοή των γυναικείων θρήνων και οι φωνές των παιδιών
κάλυπταν τις δεήσεις των διακόνων. Όλων οι καρδιές ήταν καταπιεσμένες,
ως να τελούνταν η νεκρώσιμη ακολουθία ολόκληρης γενιάς. Και ο
πάνσεπτος ναός, το σύμβολο της πάλαι ποτέ κραταιάς Ορθοδοξίας, το
καύχημα του Χριστιανισμού, εικόνιζε πιστά την σύγχυση και ταραχή του
πλήθους. «Πληκτικωτέρα σκηνή», λέει ο Ζαμπέλιος, «εξ όσων τα χρονικά
της Ορθοδόξου Ελλάδος διαλαμβάνουσιν, ουδαμού αναφέρεται».
Η λειτουργία προχωρεί. Όσο όμως προχωρεί και προσεγγίζει στο τέλος,
τόσο αυξάνει η βοή των κλαμάτων και ο κοπετός του λαού διπλασιάζεται.
Φαινόταν ότι η ζωή όλων των παρευρισκομένων στον ναό θα διακόπτονταν
από στιγμή σε στιγμή και ότι η κάθε συλλαβή η οποία έβγαινε από το
στόμα των ιερέων, ήταν νέο βήμα προς την ανοικτή άβυσσο. Μόλις άρχισε
το κοινωνικό, έξαφνα ο λαός παραμερίζει. Και στον διάδρομο, ο οποίος
σχηματίσθηκε, παρουσιάζεται ο αυτοκράτωρ προχωρώντας προς το Άγιο
Βήμα. Ήταν χωρίς στέμμα, κατηφής και με δακρυσμένα μάτια. Προς στιγμή
τα κλάματα και οι στεναγμοί καταπαύουν. Ο θόρυβος σιγάζει. Σε όλον
εκείνο τον απέραντο ναό δεν ακούγεται παρά μόνο η φωνή του λειτουργού
που προσκαλεί όπως «πάντες μετά πίστεως και αγάπης προσέλθωσιν».
Ο αυτοκράτωρ επί πολλή ώρα προσεύχεται. Κατόπιν γονατίζει τρείς φορές
ενώπιον της εικόνας του Δεσπότη Χριστού και της Θεομήτορος,
αναχαιτίζοντας με μια σπασμωδική κίνηση του στόματος και των παρειών
τους λυγμούς. Μετά στρέφεται προς τον λαό και αναφωνεί με δυνατή φωνή.
«Χριστιανοί, συγχωρήσατέ με και ο Θεός ας σας συγχωρήσει
!».Παραλαμβάνοντας δε, όπως ήταν το έθιμο, από τα χέρια του αρχιερέα
τα άχραντα μυστήρια, μεταλαμβάνει. Οι δε Χριστιανοί με ένα στόμα και
μία καρδιά φώναζαν: «Έσο συγχωρημένος!».Έπειτα από αυτό, ο βασιλιάς
τους παρακινεί όλους να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων και να
θυμηθούν ότι πλησίασε η ώρα, κατά την οποία όλοι επρόκειτο να
αγωνισθούν τον τελευταίο υπέρ πάντων αγώνα. Μετά τα λόγια αυτά, τα
οποία μυριάκις από στόμα σε στόμα επαναλαμβανόμενα αντηχούσαν στην
Αγία Σοφία, ακούγονται δυνατότερα τα κλάματα και οι οδυρμοί των
προσερχόμενων στην Αγία Κοινωνία.«Εν τήδε τη ώρα, λέει ο Φραντζής, τίς
διηγήσεται τους τότε κλαυθμούς και θρήνους; Εάν από ξύλου άνθρωπος ή
εκ πέτρας ήν, ούκ ηδύνατο μή θρηνήσαι». Τέλος, ο ήχος της σάλπιγγας
διακόπτει την τραγική σκηνή, λέει ο Ζαμπέλιος. Οι μητέρες αποχαιρετούν
τα παιδιά τους, οι σύζυγοι τους συζύγους τους και οι τελευταίοι αυτοί
ασπασμοί συγχέονται με τον κρότο των σπαθιών και ασπίδων. Ο βασιλιάς
αναχωρεί από το ναό της Αγίας Σοφίας μετά των ακολούθων του και
πορεύεται στα ανάκτορα. Από εκεί κατευθύνεται στα τείχη.
Η Πόλις εάλω!-Η πόλη έπεσε. Οι Τούρκοι, σφάζοντας, πυρπολώντας,
λεηλατώντας, αιχμαλωτίζοντας, όπως είχαν την άδεια από τον αφέντη τους
επί τρεις ημέρες να το κάνουν, αμειβόμενοι έτσι για τη νίκη τους,
φτάνουν στο ναό της Αγίας Σοφίας. Βρίσκουν τις πύλες κλειστές και
επιχειρούν να τις ανοίξουν με πελέκεις. Ποιός μπορεί να περιγράψει την
τρομερή εκείνη στιγμή; Ποιός τους θρήνους, οι οποίοι ακούγονταν από το
εσωτερικό βροντωδέστεροι μετά από κάθε χτύπημα των πελέκεων; Ποιός τα
κλάματα και τους θρήνους και τις φωνές των παιδιών και τα μοιρολόγια
των μητέρων και τους οδυρμούς των πατέρων και όλων τα δάκρυα;
Ξαφνικά, στην τραγική αυτή σκηνή, υψώνεται δυνατή φωνή, η οποία
επιβάλλει σιγή στους θρήνους: «Όσοι πιστοί, παύσετε τους κλαυθμούς και
ακροασθήτε των λόγων μου!». Ήταν η φωνή του Γενναδίου , του μετά από
αυτά πατριάρχου. Όρθιος στον άμβωνα, με τα χέρια τεντωμένα πάνω από
χιλιάδες κεφάλια, έφερε ακόμη το ένδυμα του μεγάλου σχήματος και
έμοιαζε σαν ο διάδοχος του Κωνσταντίνου… «Εάν εκρημνίσθη, λέει, η
Αυτοκρατορία των Ρωμαίων, η παναγιωτάτη όμως θρησκεία των
Γραικών-όχι!-μα τις πολλές παντοειδείς δυστυχίες σας, μα το αθώο αίμα,
το οποίο χύθηκε κι ακόμη θα χυθεί-δεν καταβλήθηκε ούτε θα καταβληθεί
έως ότου υπάρχει ουρανός και γη. Τα προσκυνήματά σας αλλάζουν θέση, το
ιερό αυτό θυσιαστήριο μετατοπίζεται ήδη, αλλά η πίστη, η μέλλουσα να
σας σώσει, διαφυλάχτηκε από ανήκουστους κινδύνους, και με τον τρόπο
αυτό διαφυλαχθείσα θα σας διαφυλάξει! Δεν βλέπετε ότι η ορθοδοξία
θριάμβευσε; Από τώρα πλέον δεν έχει να φοβηθεί τίποτε. Και λοιπόν
αδελφοί, παυσάμενοι τους γογγυσμούς, υπακούστε με θρησκευτική
μεγαλοψυχία και σε τούτο το θέσπισμα του Υψίστου! Ναι, βέβαια,
γινόμαστε αιχμάλωτοι, αλλά θα είμαστε ελεύθεροι εν πνεύματι Κυρίου. Θα
γίνουμε αναγκαστικά και αληθινά ταπεινοί, αλλά θα ΄ρθεί ο καιρός που
θα ξανασηκωθούμε. Ο Θεός μαζί μας! Ακούστε τι σας φωνάζει ο Θεός από
το άγιο βήμα: «Υπάγω και έρχομαι προς υμάς… και υμείς ουν λύπην μεν
νυν έχετε. Πάλιν δε όψομαι υμάς και χαρήσεται υμών η καρδία και την
χαράν υμών ουδείς αίρει αφ’ υμών». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του
Ευαγγελίου, τα οποία ακούσθηκαν στον Ναό της του Θεού Σοφίας και
τίποτε πλέον έκτοτε.
Μετά τρεις μέρες εισέρχεται στην Κωνσταντινούπολη ο Μωάμεθ. Ήταν ημέρα
Παρασκευή. Αφού προηγουμένως κατέλαβε και λεηλάτησε το Μέγα Παλάτιο
του Κωνσταντίνου, όπου βρέθηκαν αμύθητοι θησαυροί, κατευθύνθηκε στον
ναό της Αγίας Σοφίας. Οι γύρω από το ναό κατοικούντες κληρικοί είχαν
κλεισθεί και οχυρωθεί μέσα στο ναό της Αγίας Σοφίας, η δε αντίστασή
τους κράτησε πολύ. Επί τέλους όμως καταβλήθηκαν και ο σουλτάνος
εισέβαλε στον περιώνυμο ναό. Αμέσως έστησε την σημαία του επί του
Ιερού Βήματος και απηύθυνε το πρώτο μέσα σε αυτόν μωαμεθανικό κέλευσμα
προς προσευχή. Εν τω μεταξύ οι στρατιώτες του φόνευσαν με τα ξίφη τους
κληρικούς, οι οποίοι βρέθηκαν στον ναό και το εσωτερικό της Αγίας
Σοφίας βάφηκε κόκκινο από το αίμα των απίστων, κατά τους μωαμεθανούς.
Σύμφωνα με την παράδοση, ένας από τους αγάδες του Σολάκ, αφού φόνευσε
με το αριστερό του χέρι έναν «άπιστο», άβαψε με το αίμα του και το
δεξί του χέρι. Κατόπιν, πηδώντας, παρόντος του Σουλτάνου, αποτύπωσε το
αιμάτινο χέρι του σε μία μαρμάρινη στήλη αρκετά ψηλά. Ο τύπος αυτής
της αιμόφυρτης παλάμης φαίνεται και σήμερα ακόμη. Περί αυτού του
περιστατικού όμως άλλοι πιστεύουν ότι το αποτύπωμα αυτό είναι του
χεριού του Μωάμεθ, άλλοι δε, ότι είναι κάποιο είδος ορθομαρμάρωσης.
Μετά από αυτά ο Μωάμεθ κρατώντας ένα τετραπτέρυγο βέλος και τοξεύοντας
στο κέντρο του θόλου είπε: «Τούτο είναι το εμόν σημείον». Θαυμάζοντας
έπειτα το άπειρο κάλλος του ναού της Αγίας Σοφίας, είπε ότι αξίζει
αυτός ο θαυμαστός ναός να γίνει ευκτήριος οίκος του Ισλαμισμού, ο
οποίος σε όλο τον κόσμο να μην έχει όμοιό του σε μεγαλοπρέπεια.
Διέταξε τότε να πλύνουν τα αίματα των «απίστων» και να τον θυμιάσουν
με τον εγκέφαλο των φονευθέντων στρατιωτών της πίστης μαζί με υάκινθο
κι άλλα θυμιάματα και να οικοδομηθούν ένας άμβωνας κι ένας μιναρές.
Όταν έγιναν όλα όσα διέταξε, ο Μωάμεθ παρέστη αυτοπροσώπως κατά την
πρώτη τελεσθείσα στην Αγία Σοφία-τζαμί τώρα πια-προσευχή της
Παρασκευής «Χουτβά». Τον Μωάμεθ συνόδευαν κατά την είσοδό του στο ναό
οι μουσουλμάνοι ιερωμένοι Άη Σαμσεδίν και Καρά Σαμσεδίν. Ο πρώτος απ’
αυτούς τοποθέτησε στο κεφάλι του Μωάμεθ την τιάρα, την οποία φορούσε ο
ίδιος, και κατόπιν, μπήγοντας σε αυτή φτερό ερωδιού, του έδωσε στο
χέρι ένα γυμνό ξίφος. Αφού έγιναν όλα αυτά, ο Άη Σαμσεδίν ανέβηκε στον
άμβωνα, υμνώντας τον Ύψιστο, και είπε την Χουτβά με όλη την δύναμη της
φωνής του. Κατέβηκε έπειτα από τον άμβωνα και ζήτησε να λάβει το
αξίωμα του Ιμάμη της Αγίας Σοφίας. Ο Μωάμεθ του το παραχώρησε.
Όταν τελείωσε η προσευχή, άρχισε η εξαγωγή από τα υπόγεια της Αγίας
Σοφίας των θησαυρών της. Επί μία εβδομάδα άπειροι θησαυροί
μεταφέρονταν και μαζί με τους θησαυρούς του Ιερού Παλατίου και όλης
της Πόλεως μοιράστηκαν μεταξύ των Τούρκων. Μετά την εκκένωση των
θησαυρών από τα υπόγεια, άρχισε βαθμηδόν και η γύμνωση του ναού από τα
πολύτιμά του σκεύη. Πολλές εικόνες κατακερματίσθηκαν και πάρα πολλές
καλύφθηκαν με κονιάματα. Ο ναός στο τέλος έμεινε έρημος και γυμνός.
Και η Παναγία του Τέμπλου, κατά το δημοτικό τραγούδι, ταράχθηκε και
δάκρυσαν οι εικόνες: «Η Δέσποινα ταράχθηκε, εδάκρυσαν οι εικόνες. Έτσι
τελείωσε η Χριστιανική ζωή του μεγαλύτερου και λαμπρότερου
οικοδομήματος που είχε δει ποτέ ο κόσμος…
Στην περιοχή των Δεξιοκρατιανών των βυζαντινών χρόνων, στα κράσπεδα
του τέταρτου λόφου κοντά στην θάλασσα βρίσκεται ο Άγιος Νικόλαος
Τζιβαλίου. Λίγο υψηλότερα ο μεσοβυζαντινός ναός της Αγίας Θεοδοσίας
της εν τω Πετρίω, με οθωμανική μεταγενέστερη επίστεψη, κτισμένος επί
Βασιλείου Β΄ Βουλγαροκτόνου. Πώς να φαντασθεί ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄
Παλαιολόγος, ότι η εκκλησία της Αγίας Θεοδοσίας, που γιόρταζε στις 29
Μαΐου, και στην οποία ο ίδιος προσκύνησε τα ξημερώματα της μέρας
αυτής, θα γινόταν η τελευταία κατοικία του; Και τούτο, διότι σύμφωνα
με αρχαία τοπική παράδοση, ο τάφος που βρίσκεται σε θύλακα του
νοτιανατολικού πεσσού του νυν «τζαμιού των ρόδων» είναι εκείνος του
μαρτυρικού τελευταίου βυζαντινού μας αυτοκράτορα. Χριστιανικός ναός
έως τα χρόνια του Σελήμ Β΄, η αγία Θεοδοσία χρησίμευσε για λίγο ως
αποθήκη υλικών του ναυστάθμου κι αργότερα, στις αρχές του 17ου αιώνα,
μετατράπηκε σε τζαμί.
Δακτυλογράφηση κειμένου: Βάσω Κ. Ηλιάδη

2o αρθρο

«Η ιστορία της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως» Αμαλία Κ. Ηλιάδη, 
φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το 
Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

Το ιερό τέμενος της χριστιανοσύνης, η ιστορία και ο βίος του οποίου
είχε πεπρωμένο να συνδεθεί με την ιστορία και το βίο ολόκληρου του
Ελληνικού έθνους, αλλά και ένα εκ των σημαντικότερων μνημείων της
χριστιανικής τέχνης βρίσκεται επί της Νοτιοδυτικής κλιτύος του πρώτου
λόφου της Κωνσταντινουπόλεως και μαζί με το Ιερό Παλάτιο και τον
Ιππόδρομο αποτελούσε ενιαίο κεντρικό οικοδομικό συγκρότημα της Πόλης.
Σύμφωνα προς την παράδοση, την οποία διασώζουν οι Βυζαντινοί
χρονογράφοι, ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας κτίσθηκε επί Μεγάλου
Κωνσταντίνου. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, αφού εγκατέστησε την πρωτεύουσα
του Ρωμαϊκού κράτους, το 331 μ.Χ., στο Βυζάντιο, την κόσμησε με πολλά
ιδρύματα όμοια προς αυτά της Ρώμης. Από αυτά τα σημαντικότερα ήταν το
Ιερό Παλάτιο και ο Ιππόδρομος. Εκτός όμως του Ιερού Παλατίου και του
Ιπποδρόμου, ο Κωνσταντίνος ανήγειρε και δεκατέσσερις εκκλησίες, μεταξύ
των οποίων την πρώτιστη και καλλίστη αφιέρωσε στην Υπέρτατη του Θεού
Σοφία. Ο διάδοχος και γιός του Κωνσταντίνου Κωνστάντιος την
ανοικοδόμησε και την κατέστησε πιο ευρύχωρη και πιο μεγαλοπρεπή,
αφιερώνοντας σε αυτό το ναό πολλά αναθήματα, κειμήλια χρυσά και
αργυρά. Ο ναός αυτός κατά τους αρχαιολόγους ήταν σχήματος βασιλικής
ξυλόστεγης και τα εγκαίνιά του έγιναν στις 15 Φεβρουαρίου του 360.
Ο ναός αυτός ονομαζόταν και Μεγάλη Εκκλησία, αλλά χρησιμοποιούνταν και
το όνομα Σοφία, το οποίο και επικράτησε αργότερα. Την ονομασία Αγία
Σοφία θα πρέπει να την αναζητήσουμε στο γεγονός ότι όσο χρόνο ετίθετο
ο θεμέλιος λίθος, η στη Νίκαια της Βιθυνίας συνελθούσα Α΄ Οικουμενική
Σύνοδος είχε ήδη αποκηρύξει τον αρχηγό αίρεσης Άρειο (325) και είχε
ανακηρύξει τον Χριστό ως τον αληθινό Λόγο και την Σοφία του Θεού. Και
ο ναός τιμήθηκε ως ναός της του Θεού Σοφίας, αλλά παράλληλα
διατηρήθηκε και το όνομα Μεγάλη Εκκλησία. Το όνομα όμως αυτό δεν
χαρακτήριζε μόνο το μέγεθος του ναού. Επί αιώνες, η Μεγάλη Εκκλησία
σήμαινε το κέντρο της Ορθοδοξίας, αλλά και αυτήν ακόμη την Ορθόδοξη
Εκκλησία. Ο πρώτος αυτός ναός της του Θεού Σοφίας διατηρήθηκε μέχρι
τον Αυτοκράτορα Αρκάδιο (383-408).
Από της ιδρύσεως του ο ναός της Αγίας Σοφίας διαδραμάτισε πρωτεύοντα
ρόλο σε όλα τα εκκλησιαστικά και πολιτικά γεγονότα, κατά τον
υπερχιλιετή βίο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στον ναό της Αγίας
Σοφίας θριάμβευσε ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, κατά της αίρεσης των
αρειανών. Εκεί διαβάστηκαν τα πρακτικά της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου το
381 μ.Χ. Και σε αυτή την πρώτη εκκλησία της Αγίας Σοφίας θεμελιώθηκε η
ορθόδοξη πίστη. Στην Αγία Σοφία αντήχησε η φωνή του Χρυσοστόμου, εκεί
κατέφυγε υπό την Αγία Τράπεζα ο Ευτρόπιος, αφού σώθηκε από την
ευγλωττία του μεγάλου αυτού εκκλησιαστικού ρήτορα και οικουμενικού
διδασκάλου.
Ο Χρυσόστομος διακρίθηκε για τη δύναμη του λόγου του και για την προς
αυτόν αγάπη του λαού. Ήταν αυστηρός και ασκητικός, ήλεγχε την
επικρατούσα κοινωνική ανισότητα, τις αδικίες που γίνονταν από άρχοντες
και αρχιερείς, προπάντων όμως μαστίγωνε την τρυφή της Αυλής και την
διαφθορά των πλουσίων. Στον αγώνα αυτό κατά της εκκλησιαστικής και
πολιτικής αρχής, η κυβέρνηση αντέταξε τον φιλόδοξο και χωρίς αρχές
πάπα Αλεξανδρείας Θεόφιλο. Ο Θεόφιλος παίρνοντας ως συμμάχους και
άλλους αρχιερείς, κατόρθωσε με πολλές μηχανορραφίες να καθαιρεθεί ο
πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Χρυσόστομος. Αυτομάτως όμως εκδηλώθηκε η
αγανάκτηση του λαού για την ενέργεια αυτή και η κυβέρνηση αναγκάστηκε
τον μεν Θεόφιλο να αποστείλει πάλι στην Αλεξάνδρεια, να επαναφέρει δε
στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως τον Χρυσόστομο.
Επανερχόμενος ο Χρυσόστομος, χρησιμοποίησε αυστηρότερη γλώσσα,
επιτιμώντας φανερά και σφοδρά την πολυτέλεια αυτής της ίδιας της
αυτοκράτειρας Ευδοξίας. Τότε έγινε (404) Σύνοδος στο Δρυ, προάστιο της
Κωνσταντινούπολης, η οποία επισφράγισε και κατέστησε αμετάκλητη την
καθαίρεση του Χρυσοστόμου. Μολονότι δε και η κυβέρνηση του Δυτικού
κράτους και ο πάπας Ιννοκέντιος Α΄ δραστήρια επενέβησαν υπέρ αυτού, ο
Χρυσόστομος εξορίσθηκε στην Κουκουσό, κοντά στις πηγές του Πυράμου.
Μετά την εξορία του Χρυσόστομου, ο λαός της Κωνσταντινούπολης
εξεγέρθηκε εναντίον του αυτοκράτορα Αρκαδίου, γιατί κυριολεκτικά
λάτρευε τον πατριάρχη του, και στις 20 Ιουνίου του 404 πυρπόλησε τον
ναό της Αγίας Σοφίας.
Επί αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Β΄ (401-450), ο ναός ξανακτίστηκε και
στις 8 Οκτωβρίου του 475 έγιναν τα εγκαίνιά του. Και ο ναός αυτός ήταν
σχήματος βασιλικής, αλλά πεντάκλιτης. Στο ναό αυτό διεξήχθη η
πολύκροτη συζήτηση κατά της αίρεσης του επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως
Νεστορίου απ’ τη Συρία, ο οποίος διαχώριζε την ανθρώπινη από τη θεία
φύση του Χριστού και καταπολεμούσε την ειδωλολατρική, γι’ αυτόν,
έκφραση «Θεοτόκος», εφόσον δεν δεχόταν ότι ο Χριστός ήταν ομοούσιος
προς τον πατέρα. Απ’ τον άμβωνα του ναού της Αγίας Σοφίας προκηρύχθηκε
από τον πατριάρχη Ακάκιο το «Ενωτικόν», έγγραφο που επικυρώθηκε το 482
από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα, το οποίο αποκατέστησε επί δύο γενιές την
εκκλησιαστική ειρήνη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο δημιουργός της
εκκλησιαστικής ειρήνης Ακάκιος αναγνωρίσθηκε ως ο ανώτατος Ιεράρχης
της συνενωμένης Εκκλησίας Αλεξανδρείας, Αντιοχείας,
Κωνσταντινουπόλεως, παίρνοντας πρώτα τον τίτλο του οικουμενικού
πατριάρχη. Εξαιτίας όμως του Ενωτικού επήλθε διάσταση μεταξύ Ρώμης και
Ανατολικής Εκκλησίας, του πάπα που αμφισβήτησε τον τίτλο του
Οικουμενικού Πατριάρχη από τον επίσκοπο της Κωνσταντινουπόλεως και
βέβαια του Πατριάρχη.
Η αγία Σοφία του Ιουστινιανού: Βρισκόμαστε στο πέμπτο έτος της
βασιλείας του Ιουστινιανού, το 532. Τότε εξερράγη η τρομερή Στάση του
Νίκα και στις 13 Ιανουαρίου του 532 ο ναός της αγίας Σοφίας
πυρπολήθηκε μαζί με μεγάλο μέρος της Κωνσταντινούπολης. Αμέσως μετά
την αιματηρή καταστολή της Στάσης ο Ιουστινιανός αρχίζει την
ανοικοδόμηση του ναού επί εντελώς νέου σχεδίου. Η ανοικοδόμηση
ανατέθηκε σε δύο κορυφαίους αρχιτέκτονες, τον Ανθέμιο από τις Τράλλεις
της Λυδίας και τον Ισίδωρο από την Μίλητο. Επειδή δε βάσει των σχεδίων
η ανοικοδόμηση του νέου ναού θα απαιτούσε χώρο περισσότερο από εκείνο
τον οποίο κατελάμβανε ο προηγούμενος ναός, ο Ιουστινιανός αγωνίσθηκε
για την εξασφάλιση αυτού του χώρου. Οι βυζαντινοί χρονογράφοι
αναφερόμενοι σε παραδόσεις, διασώζουν πλήθος σχετικών επεισοδίων
μεταξύ των οποίων τα εξής: ο αυτοκράτωρ έφτασε στο σημείο να προσφύγει
σε κάποια χήρα, ονόματι Άννα, η οποία δεν δεχόταν να παραχωρήσει το
οίκημά της, εκτός αν της κατέβαλαν 500 λίτρες χρυσού, μολονότι
ολόκληρη η περιουσία της είχε εκτιμηθεί σε 85 λίτρες χρυσού: «Η δε
θεασαμένη τον βασιλέα -αναφέρει ο χρονογράφος- προσέπεσε στα πόδια
αυτού, δεομένη και λέγουσα, ότι τιμή μεν ουκ οφείλω λαβείν εις τα
οικήματα, τον δε ναόν, αν βούλει κτίσαι, αιτούμαί σε ίνα έχω καγώ εν
ημέρα κρίσεως μισθόν και τάφω εις τα οικήματά μου πλησίον». Ένας
οστιάριος (θυρωρός) ήταν μανιώδης «ιπποδρομιάκιας», όπως χαρακτηρίζει
σήμερα ο λαός τους μανιώδεις «φιλίππους». Ο βυζαντινός χρονογράφος τον
χαρακτηρίζει «σφόδρα φιλιππόδρομον». Αυτός, λοιπόν, δυστροπούσε και
αρνούνταν να παραχωρήσει την οικία του αντί 38 λίτρων χρυσού. Για να
εξαναγκασθεί να την παραχωρήσει τον έκλεισαν στην φυλακή τις παραμονές
των ιπποδρομιών. Το πάθος του όμως ήταν τόσο, ώστε για να
απελευθερωθεί και να του επιτραπεί να προσέλθει στον Ιππόδρομο,
παραχώρησε πρόθυμα την οικία του αντί της προτεινόμενης τιμής. Ενός
άλλου, πωλητή χηνών στο επάγγελμα, αγοράσθηκε η οικία, ενώ ένας
βασιλισκάριος (πιθανώς ράφτης ηγεμονικών ενδυμάτων), ονόματι
Ξενοφώντας, δέχτηκε να κατεδαφίσουν το εργαστήριό του για χάρη του
ναού υπό τον όρο όμως να τον προσκυνήσουν οι ηνίοχοι του Ιπποδρόμου!
Πάρα πολλοί άλλοι, ιδιοκτήτες των πλησίον του παλιού ναού εργαστηρίων
ή οικημάτων, τα παραχώρησαν, είτε με τη θέληση τους είτε χωρίς τη
θέλησή τους και έτσι βρέθηκε ο ευρύς χώρος, στον οποίο ανεγέρθη το
μεγαλοπρεπέστατο οικοδόμημα της χριστιανοσύνης. Πράγματι, η αγία Σοφία
είναι κτισμένη επί 7.570 τ. μέτρων.
Ο θεμέλιος λίθος του νέου ναού τέθηκε στις 23 Φεβρουαρίου του 532.
Μόλις είχαν παρέλθει σαράντα ημέρες από την καταστροφή του ναού.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Ήταν το χρονικό αυτό διάστημα ικανό για να
εκπονήσουν οι δύο αρχιτέκτονες τα σχέδιά τους; Μάλλον ο Ιουστινιανός,
έχοντας την πρόθεση να ανοικοδομήσει ναό μεγαλοπρεπέστερο του ήδη
υπάρχοντος, είχε αναθέσει από πολύ παλιότερα την εκπόνηση των σχεδίων
στους δύο αρχιτέκτονες. Η καταστροφή του ναού από την στάση του Νίκα
επιτάχυνε απλώς την ανέγερση. Όταν ανοίχθηκαν το θεμέλια του ναού, ο
τότε πατριάρχης Ευτύχιος επικαλέσθηκε τις ευλογίες του Θεού για το
έργο το οποίο έμελλε να συντελεστεί. Ο δε αυτοκράτορας με το μυστρί
στα χέρια έριξε το πρώτο «κουρασάνι» στα θεμέλια. Το «κουρασάνι» ήταν
κατασκευασμένο από θερμό νερό, στο οποίο είχε βράσει άφθονο κριθάρι
μέχρι χυλώσεως, ασβέστη, σκόνη οστράκων και φλοιοί πτελέας, το οποίο
είχε την ιδιότητα να συμπυκνώνεται και να αποκτά την στερεότητα του
σιδήρου. Το ίδιο μείγμα μεταχειρίζονταν και στα τείχη. Επί βάσεως δε
επτά περίπου μέτρων από αυτό το μείγμα ανεγέρθηκαν τα πρώτα θεμέλια.
Δέκα χιλιάδες εργάτες και τεχνίτες, μεταφερόμενοι από διάφορα μέρη της
αυτοκρατορίας, απασχολήθηκαν στην ανέγερση του ναού. Τους επόπτευαν
εκατό πρωτομάστορες. Δαπανήθηκαν, όπως αναφέρει ο ιστορικός Κ.
Παπαρρηγόπουλος, «κατά τους λιγότερο απίθανους υπολογισμούς, 3.000
κεντηνάρια χρυσού, ή 324.000.000 δραχμών». Σε σημερινό νόμισμα, η
δαπάνη υπολογίζεται στις 3.600.000 λίρες στερλίνες. Ζητήθηκε και
χρησιμοποιήθηκαν από όλο το κράτος τα λαμπρότερα των μαρμάρων. Μεταξύ
αυτών χρησιμοποιήθηκαν και πολλά έργα τέχνης εκ των σωζομένων στα
διάφορα ιερά της αρχαιότητας. Μάλιστα, διακρίνει κανείς ακόμη και
σήμερα στους κίονες γύρω από τον μεγάλο θόλο τα λείψανα του ναού της
Ηλιουπόλεως, του ναού της Αρτέμιδος της Εφέσου και πολλών άλλων ιερών
της κλασσικής αρχαιότητας. Όλα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για να κοσμήσουν
τον Μέγα Ναό της νέας θρησκείας.
Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου του 537. Είχαν περάσει πέντε
χρόνια, έντεκα μήνες και 14 ημέρες από την ημέρα της πυρπολήσεως του
ναού της του Θεού Σοφίας. Μετά απ’ αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα, ο
λαός της Κωνσταντινουπόλεως παρίστατο στα εγκαίνια του
μεγαλοπρεπέστερου ναού που είδε ποτέ η χριστιανοσύνη. Ο αυτοκράτωρ
Ιουστινιανός ξεκίνησε απ’ τα ανάκτορα, επιβαίνοντας σε τέθριππο άμαξα.
Τον συνόδευε ο πατριάρχης Ευτύχιος. Πλήθος λαού ήταν μαζεμένο
εκατέρωθεν των δρόμων. Ο πατριάρχης με τον αυτοκράτορα πορεύονταν στο
ναό της Αγίας Αναστασίας. Από εκεί, αφού ψάλθηκε η λιτή (λιτανεία), ο
Ιουστινιανός πεζός και ο πατριάρχης σε άρμα και πλήθος άπειρο,
ξεκίνησαν και έφθασαν στην κεντρική πλατεία της Κωνσταντινουπόλεως, το
Αυγουσταίο. Ο πατριάρχης κατεβαίνει από το άρμα. Ο Ιουστινιανός
στέκεται δίπλα του και με τον σταυρό επικεφαλής προχωρούν προς το ναό.
Τότε για πρώτη φορά ανοίχθηκαν οι πύλες, απαστράπτουσες από τη
λαμπρότητα. Ο Ιουστινιανός προχώρησε μόνος μέχρι τον άμβωνα και,
καταθαμπωμένος από την αίγλη και τη λαμπρότητα η οποία τον περιέβαλε,
καταλήφθηκε από ενθουσιασμό και φώναξε:
«Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον επιτελέσαι! Νενικηκά
σε, Σολομών». Μετά τα εγκαίνια ο Μάγιστρος Στρατηγός διασκόρπισε στο
έδαφος τρία κεντηνάρια χρυσού, τα οποία ο λαός έσπευσε να συνάξει.
Εντωμεταξύ είχε προηγηθεί στον Ιππόδρομο σφαγή 1.000 βοδιών, 10.000
προβάτων, 600 ελαφιών, 1.000 χοίρων και 10.000 ορνίθων. Όλα αυτά μαζί
με 30.000 μέτρα σίτου μοιράστηκαν στον λαό. Η πανήγυρη των εγκαινίων
είχε διάρκεια 14 ημέρες.
Είκοσι χρόνια μετά τα εγκαίνια της Αγίας Σοφίας και συγκεκριμένα την
7η Μαΐου 558, φοβερός σεισμός επέφερε βλάβες στον ναό. Ο κεντρικός
τρούλος και το ανατολικό ημιθόλιο υπέστησαν ρήγματα και έπεσαν. Από
την πτώση συντρίφτηκαν το Κιβώριο (μικρό κιβώτιο με άγια λείψανα), η
Αγία Τράπεζα και ο Άμβωνας. Ευθύς αμέσως ο Ιουστινιανός ανέθεσε στον
αρχιτέκτονα Ισίδωρο τον νεώτερο την επισκευή των ζημιών. Μετά την
επισκευή του ναού τελέστηκαν και δεύτερα εγκαίνια, την 24η Δεκεμβρίου
του 563. Παρίστατο ο Ιουστινιανός, ο τότε πατριάρχης Μηνάς (κατ’
άλλους ο ίδιος ο πατριάρχης των πρώτων εγκαινίων Ευτύχιος) και πλήθος
λαού, ψάλλοντας το «Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι
αιώνιοι και εισελεύσεται ο βασιλεύς της Δόξης…».
Κατά καιρούς έγιναν κι άλλες επισκευές και μετασκευές του ναού. Ο ναός
της Αγίας Σοφίας, από της ιδρύσεώς του από τον Ιουστινιανό μέχρι
σήμερα (2015) αριθμεί ηλικία 1478 ετών. Από τότε επισκευάσθηκε
εξαιτίας καταστροφών από σεισμούς, ως επί το πλείστον, ή
μετασκευάσθηκε αναλόγως των κυριάρχων του (Λατίνων, Μωαμεθανών) δώδεκα
φορές περίπου. Το 558 υπό του Ισιδώρου του νεώτερου, το 867, το 975,
το 987, το 1204 (μετασκευασθείς τότε σε καθολικό ναό από τους
Λατίνους), το 1347 οπότε σεισμός επέφερε στο κτίριο νέες καταστροφές.
Οι καταστροφές αυτές επισκευάσθηκαν επί Ιωάννη Καντακουζηνού και
Ιωάννη Παλαιολόγου, και την επισκευή επέβλεψαν οι αρχιτέκτονες Αστράς,
Φακιολάτος, και Κιπεράλτα. Το 1371, οπότε κατέπεσε από την κορυφή του
θόλου ο σταυρός, το 1453 (μετασκευασθείς σε μωαμεθανικό τζαμί) και το
1545. Επί της βασιλείας του σουλτάνου Σελήμ Β΄ (1566-1574)
επισκευάσθηκε ολόκληρος. Είχε προηγηθεί η ναυμαχία της Ναυπάκτου (7
Οκτωβρίου 1571) μεταξύ αφ’ ενός των ενωμένων στόλων της Ισπανίας, της
Βενετίας, της Γένουας, της Νεαπόλεως και Σικελίας και αφ’ ετέρου της
Τουρκίας. Ο τουρκικός στόλος νικήθηκε και αυτό στοίχισε πολλά στην
Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο σουλτάνος Σελήμ Β΄, κυριευθείς τότε από
ευλάβεια, επισκεύασε, κατά τον χρονογράφο Καντεμίρ, προς παρηγοριά της
θλίψης του, τον ναό της Αγίας Σοφίας. Τότε κτίσθηκε και δεύτερος
μιναρές δίπλα στον μιναρέ τον οποίο είχε αναγείρει ο Μωάμεθ.
Κατά τις επισκευές της εποχής αυτής φαίνεται ότι αφαιρέθηκαν από τον
ναό οι τέσσερις μαρμάρινες πλάκες, που περιείχαν την «προκήρυξη». Η
προκήρυξη είχε δοθεί στην Εκκλησία από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό
(1122-1180). Με αυτή επικύρωνε τα πεπραγμένα της Συνόδου, η οποία είχε
συγκροτηθεί από αυτόν στην Κωνσταντινούπολη, για να λύσει το
πολυθρύλητο ζήτημα του «Ο Πατήρ μείζων μου εστί». Τις πλάκες αυτές τις
είχαν στήσει στο αριστερό και ενδότατο μέρος του ναού, πλαισιωμένες με
λεπτούς πορφυρούς κίονες. Όπως αναφέρεται: «Ήσαν δε εκάστη το μέν
μήκος οργυιαί τρείς, το δε πλάτος οργυιαί ελάσσονες, απετελείτο δε εκ
των 4 τετράγωνον ίσον ισάκις». Άξια μνημονεύσεως είναι η επιγραφή της
προκηρύξεως αυτής, όταν θυμηθεί κανείς σε ποια εποχή ο αυτοκράτωρ
αυτός τιτλοφορούνταν: «Μανουήλ εν Χριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς,
Πορφυρογέννητος, Ρωμαίων Αυτοκράτωρ, ευσεβέστατος, αεισέβαστος,
Ισαυρικός, Κιλικικός, Αρμενικός, Δαλματικός, Ουγγρικός, Βοσνικός,
Χωρβατικός, Λαζικός, Ιβηρικός, Σερβικός, Ζηκχικός, Χατζαρικός,
Βουλγαρικός, Γοτθικός, θεοκυβέρνητος, Κληρονόμος Στέμματος του Μ.
Κωνσταντίνου και ψυχή νεμόμενος πάντα τα τούτου δίκαια». Ο σουλτάνος
απαίτησε από τον πατριάρχη να σταλούν σοφοί, για να του ερμηνεύσουν
στα τουρκικά την επιγραφή. Πράγματι του την ερμήνευσαν και τότε, κατά
προτροπή του μουφτή, διέταξε να αποξέσουν τα γράμματα και να
συντριβούν οι τρεις πλάκες. Την τέταρτη, με τους τίτλους, τοποθέτησε
στον τάφο του πατέρα του.
Ο σουλτάνος Μουράτ ο Γ΄, γιός του προαναφερθέντος σουλτάνου,
αποτελείωσε την επισκευή του ναού, ο οποίος είχε ραγίσει από τον
σεισμό. Επιπλέον διακόσμησε τον ναό εξωτερικά και εσωτερικά και τον
επαύξησε με νέες οικοδομές. Αλλά με την πάροδο των ετών ο ναός της
Αγίας Σοφίας είχε υποστεί πολλές φθορές και αν δεν λαμβάνονταν πρόνοια
γενικής επισκευής του, υπήρχε η πιθανότητα να καταπέσει ίσως ολόκληρο
το κτίριο. Τότε επενέβη ο σουλτάνος Αβδούλ Μετζήτ και πρόλαβε την
καταστροφή. Επί δύο έτη ο ναός επισκευάζονταν και ξοδεύτηκαν υπέρογκα
ποσά. Την 1η Ιουλίου 1849, ημέρα Παρασκευή, ο σουλτάνος Αβδούλ Μετζήτ
προσήλθε, για να προσευχηθεί στην Αγία Σοφία. Τότε τελέσθηκαν κατά
κάποιο τρόπο, τα εγκαίνια του επισκευασθέντος ναού. Μετά την προσευχή
ο σουλτάνος φιλοδώρησε μεγαλοπρεπώς τους Ελβετούς αρχιτέκτονες
αδελφούς Φοσσάτι, οι οποίοι επέβλεψαν την γενική επισκευή του ναού.
Δώρα επίσης μεγάλα δόθηκαν από τον σουλτάνο στους ζωγράφους και
λοιπούς τεχνίτες και εργάτες, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην επισκευή.
Τότε επίσης κόπηκε νόμισμα, για να θυμίζει την γενική επισκευή της
Αγίας Σοφίας. Το νόμισμα αυτό έφερε επί της μίας πλευράς την εικόνα
του ναού και επί της άλλης το μονόγραμμα του σουλτάνου Αβδούλ Μετζήτ.
Το 1852, οι αδελφοί Φοσσάτι δημοσίευσαν συμπεράσματα από την εργασία
τους, καθώς και πλήθος σχεδίων του ναού της Αγίας Σοφίας.
Από το 1934, η Αγία Σοφία έχει μετατραπεί σε Μουσείο από την τουρκική
δημοκρατία του Κεμάλ Ατατούρκ. Βέβαια, ήδη το 1930, το Βυζαντινό
Ινστιτούτο της Αμερικής Dumbarton Oaks ανέλαβε εργασία για την
αποκατάσταση του μνημείου και ιδίως της διακοσμήσεως και των θαυμάσιων
ψηφιδωτών του. Χάρη σε αυτές τις εργασίες αποκαλύφθηκε σημαντικό
αριθμός ψηφιδωτών παραστάσεων.
Δακτυλογράφηση κειμένου: Βάσω Κ. Ηλιάδη

3ο αρθρο

ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ για την ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ, Αμαλία Κ. Ηλιάδη, 
φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το 
Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

Ένας ναός τέτοιας μεγαλοπρέπειας και μεγαλείου, όπως ήταν ο ναός της
Αγίας Σοφίας , ο οποίος υπήρξε επί αιώνες ολόκληρους το ιερό σύμβολο
εκατομμυρίων ανθρώπων διαφόρων φυλών και λαών, φυσικό ήταν να
δημιουργήσει γύρω του παραδόσεις και θρύλους. Υπάρχουν πάρα πολλοί
τέτοιοι θρύλοι, μερικοί εκ των οποίων είναι πράγματι σχετικά άγνωστοι
και ωστόσο πολύ χαρακτηριστικοί και γι’ αυτό αξίζει να τους παραθέσουμε.
Το κτίσιμο της Αγίας Σοφίας είχε τελειώσει και ο αυτοκράτωρ
Ιουστινιανός διέταξε τους τεχνίτες να προσθέσουν στον τρούλο, με
γιγαντιαία χρυσά γράμματα, την ακόλουθη επιγραφή:
«Ο Ιουστινιανός αφιεροί τον ναόν τούτον τη δόξη του Θεού».
Η διαταγή δόθηκε την παραμονή των εγκαινίων και ο αυτοκράτωρ ήταν
βέβαιος ότι η διαταγή του θα εκτελεσθεί πιστά. Την επόμενη ημέρα των
εγκαινίων, ο Ιουστινιανός εισέρχεται μεγαλοπρεπώς στο ναό,
ακολουθούμενος από τον Πατριάρχη και τους αυλικούς του. Προχωρεί και
κάθεται στον χρυσό θρόνο του. Αρχίζει να περιφέρει το βλέμμα του γύρω
από τον ναό και να θαυμάζει το έργο του. Ξαφνικά, υψώνοντας το βλέμμα
του στον τρούλο, διαβάζει την επιγραφή: «Ευφρασία αφιεροί τον Ναόν
τούτον τη δόξη του Θεού». Τότε στρέφεται προς τον Πατριάρχη, ο οποίος
καθόταν δίπλα του και τον ρωτά:
-Τί σημαίνει αυτός ο εμπαιγμός; Δεν διέταξα να χαραχθεί το όνομά μου
στον θόλο; Ποια είναι αυτή η Ευφρασία; Θέλω αμέσως να μάθω γι΄ αυτή τη
γυναίκα.
Όλοι οι παρευρισκόμενοι στα εγκαίνια του ναού ανώτατοι κληρικοί,
αυλικοί, τιτλούχοι κλπ. , ρωτήθηκαν, κανείς όμως δεν ήταν σε θέση να
δώσει πληροφορίες. Ο αυτοκράτορας καθόταν σιωπηλός και βυθισμένος στις
σκέψεις του. Και τότε κάποιος φτωχός εργάτης, ο οποίος είχε
χρησιμοποιηθεί για τον καθαρισμό του μαρμάρινου δαπέδου του ναού, ζητά
την άδεια να παρουσιαστεί στον αυτοκράτορα. Του δίνεται η άδεια και με
ταπεινοφροσύνη παρουσιάζεται.
-Τί θέλεις; Ρωτά ο Ιουστινιανός.
-Ξέρω μια φτωχή γυναίκα που ονομάζεται Ευφρασία. Κάθεται εδώ κοντά,
αλλά είναι άρρωστη, σχεδόν κατάκοιτη.
-Να την φέρουν εδώ αμέσως! Διέταξε ο Αυτοκράτωρ.
Αμέσως έτρεξαν διάφοροι θαλαμηπόλοι του Παλατιού να εκτελέσουν την
διαταγή. Εντός ολίγου, μια γριούλα, που έτρεμε από τον φόβο της,
παρουσιάστηκε στον αυτοκράτορα. Ο Ιουστινιανός την ρώτησε:

-Ονομάζεσαι Ευφρασία;

-Ναι, πολυχρονεμένε βασιλιά μου! Απάντησε η γριούλα.

-Τί ξέρεις γι’ αυτήν την επιγραφή; Την ρωτά και πάλι ο Ιουστινιανός,
υψώνοντας το χέρι προς τα χρυσά γράμματα του θόλου.

-Δεν ξέρω τίποτα, βασιλιά μου!

-Αλλά αυτό είναι ανυπόφορο! Φώναξε ο Ιουστινιανός. Ίσως σε αυτή την
υπόθεση να είναι αναμεμιγμένος ο διάβολος! Μίλα! Εξηγήσου! Βλέπεις ότι
το όνομά σου είναι εκεί όπου έπρεπε να είναι το δικό μου! Σε τί
συντέλεσες εσύ για το κτίσιμο του ναού;

-Μεγάλε βασιλιά σε τίποτα! Τί θα μπορούσα να κάνω εγώ η φτωχή!

-Σε τίποτα δεν συντέλεσες; Αλλά μου είπαν ότι κατοικείς εδώ κοντά…
Σκέψου, θυμήσου! Δεν έκανες τίποτα, δεν είπες τίποτα, δεν βοήθησες σε
τίποτα για τον ναό;

-Βασιλιά μου, έκανα κάτι μικρό, αλλά είναι τόσο τιποτένιο, που
ντρέπομαι να το πω.

-Μίλησε, σε διατάζω! Μη φοβάσαι, γερόντισσα. Πες μου τα όλα. Τότε η
γριούλα πλησίασε ακόμη περισσότερο τον αυτοκράτορα, ο οποίος
περιστοιχιζόταν από τον Πατριάρχη και τους αυλικούς και διηγήθηκε την
ακόλουθη ιστορία:

-Ήμουν κατάκοιτη στο κρεβάτι μου, όταν έξαφνα άκουσα αγκομαχητά και
μουγκρίσματα βοδιών και αλόγων, που περνούσαν κάτω από το σπίτι μου,
σέρνοντας τα ογκώδη μάρμαρα για το κτίσιμο της εκκλησίας, τα μεγάλα
δοκάρια και τα κάρα φορτωμένα με πλίθρες. Ένιωσα μεγάλη λύπη για τα
καημένα τα ζώα. Όταν έγινα λίγο καλύτερα συλλογίστηκα πώς θα μπορούσα
να ανακουφίσω τα υπομονετικά ζώα, πού δεν έχουν φωνή να πουν τον πόνο
τους και όμως είναι πλάσματα του Θεού κι αυτά. Πήρα, λοιπόν, το στρώμα
μου το αχυρένιο, βγήκα έξω, το άνοιξα και σκόρπισα όλα τα άχυρα στον
ανηφορικό δρόμο… Τα άχυρα ήταν λίγα, αλλά ενώ τα έριχνα κατά γης
πλήθαιναν-πλήθαιναν και σκέπαζαν όλο το δρόμο. Από τότε τα ζώα
περνούσαν χωρίς αγκομαχητά και τραβούσαν πολύ εύκολα τα φορτία τους,
και το κτίσιμο του ναού τελείωσε πιο γρήγορα…

Ο Ιουστινιανός σηκώθηκε από τον θρόνο του. Ήταν δακρυσμένος. Έδωσε το
βασιλικό του χέρι στην γριούλα και είπε στους αυλικούς:

-Οδηγήστε αυτή την γυναίκα με μεγάλη προσοχή στο Παλάτι και
περιποιηθείτε την. Διότι έχει μαζί της την χάρη του Θεού που
δημιουργεί το θαύμα!

Έπειτα κοίταξε την επιγραφή και είπε:

-Το όνομα της Ευφρασίας να μείνει! Είναι άξια μεγαλύτερης τιμής από εμένα!

Κατά το κτίσιμο του τρούλου, των αψίδων, των πεσσών, των μεγάλων
κιόνων και γενικά σε όλες τις στοές του ναού, οι ιερείς εναπέθεταν σε
οπές, τις οποίες άφηναν οι τεχνίτες, διάφορα ιερά λείψανα. Εξαιτίας
του γεγονότος αυτού, πολλά θαύματα θρυλούνται και διαδίδονται για την
Αγία Σοφία από της κτίσεώς της, όχι μόνο μεταξύ χριστιανών αλλά και
μεταξύ των μωαμεθανών. Υπάρχουν δε και μερικοί οι οποίοι μαρτυρούν ότι
«έγιναν αυτόπται των εν τοις αδύτοις αυτού κευθμώσιν αλωβήτων
διατηρουμένων δήθεν λειψάνων και αυτήκοσι των ψαλμωδιών κατά την νύκτα
του Πάσχα».

Η παράδοση αναφέρει μυστηριώδη λειτουργία στην Αγία Σοφία, η οποία
έγινε γνωστή και στους Τούρκους και τον σουλτάνο Σουλεϊμάν. Λέγεται δε
ότι ο σουλτάνος τόσο εξοργίστηκε από αυτό το γεγονός, ώστε σκέφθηκε να
διατάξει γενική σφαγή των χριστιανών. Η σφαγή όμως απετράπη από τον
σύμβουλό του μεγάλο Βεζύρη Πιρί πασά. Φαίνεται ότι κατά τους χρόνους
της Αλώσεως και μετά, αυτά πιστεύονταν ότι γίνονταν: κάθε έτος ,
μυστικά και κατά θεία παραχώρηση, η λειτουργία της Αναστάσεως από
νεκρούς ή «κεχωρισμένους του ζώντος κόσμου» λειτουργών του Θεού.

Κατά την Μ. Πέμπτη, όταν γίνεται η βαφή των αυγών του Πάσχα, λέγεται
ότι βρίσκονται στην αυλή της Αγίας Σοφίας κελύφη κόκκινων αυγών.
Πιστεύεται επίσης ότι υπάρχει στην Αγία Σοφία κρύπτη, η οποία
ανοίγεται μόνο στις γιορτές του Πάσχα, και ότι στον χριστιανό ο οποίος
θα έχει την τύχη να μπει πρώτος εκεί εκείνη τη μέρα κατά την οποία ο
ναός θα γίνει και πάλι χριστιανικός, θα γείρει πάνω του με σεβασμό ένα
πολυκάνδηλο κρεμασμένο από τη στέγη.

Σύμφωνα με έναν άλλο θρύλο, κατά την Άλωση της Πόλης, πολλοί ευσεβείς
χριστιανοί αποχώρησαν και κρύφτηκαν σ΄ένα από τα ιερά της Αγίας
Σοφίας. Το ιερό αυτό ανοίγεται μια φορά κατ΄έτος και εκεί γίνεται θεία
λειτουργία. Αν κάποιος που παρευρίσκεται σ΄αυτή δεν σπεύσει να βγει
αμέσως με το πέρας της από το χώρο του ιερού, κλείνουν αμέσως οι θύρες
και μένει εγκλωβισμένος μέχρι το Πάσχα του επομένου έτους, χωρίς να το
καταλάβει. Αναφέρεται μάλιστα κάποιο «μπακαλόπουλο», το οποίο
επέστρεψε έπειτα από ένα χρόνο στον κύριό του χωρίς να
συνειδητοποιήσει ότι έμεινε ένα χρόνο κλεισμένο μέσα στην Αγία Σοφία…

Ο διακεκριμένος Άγγλος κληρικός και ένθερμος φιλέλληνας Τζων Ντάγκλας
στο βιβλίο του «Η απολύτρωσις της Αγίας Σοφίας» επισημαίνει ότι στην
ελληνική θεία λειτουργία υπάρχει μια ανεπανάληπτη και ιερότατη στιγμή,
μια σκηνή που διαδραματίζεται, πέρα από το χρόνο, στις συνειδήσεις και
στην ιστορική φαντασία των Ελλήνων: η τελευταία λειτουργία στην Αγία
Σοφία, όπου στο βασιλικό θρόνο κάθεται ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο
θρυλικός αυτοκράτωρ, ο γενναίος ήρωας που με τη θυσία του εξαγόρασε
τις προδοσίες, τις αμέλειες, τις ασυγχώρητες ολιγωρίες, τους
οδυνηρούς, επονείδιστους συμβιβασμούς της δυναστείας του… και ο οποίος
μετά από λίγο έπεσε μαχόμενος κατά την άλωση και ετάφη, άγνωστο που,
κοντά στα τείχη… Η βασιλική σύζυγός του κατέχει τη θέση της στην
υπερκείμενη στοά. Τα στίλβοντα πετράδια των αυλικών και ο
χρυσοποίκιλτος ιματισμός των σωματοφυλάκων αμιλλώνται ανεπιτυχώς προς
τους τοίχους με την ορθομαρμάρωση οι οποίοι τους περιβάλλουν… Έχουν
σημάνει τα σήμαντρα αναγγέλλοντας την παρουσία του Κυρίου συμπάσης της
γης. Ο μέγας τρούλλος είναι γεμάτος από τον καπνό του θυμιάματος και
αντηχεί από τους ύμνους που αναπέμπονται στον βασιλέα των βασιλέων…
Και ξαφνικά, καθώς το μακρό δράμα της βυζαντινής θείας λειτουργίας
βαίνει προς το τέλος του, ακούγεται μια φωνή: είναι των αγγέλων, οι
οποίοι ψάλλουν το μοιρολόγι της Πόλης:

«…Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ΄άγια

Παπάδες, πάρτε τα ιερά και σεις, κεριά, σβηστείτε

Γιατί είναι θέλημα θεού η Πόλη να τουρκέψει.

Μόν’ στείλτε λόγο στη Φραγκιά να’ ρθούν τρία καράβια:

τό’ να να πάρη το Σταυρό και τ’ άλλο το Ευαγγέλιο,

το τρίτο το καλύτερο την άγια τράπεζά μας.

Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.

-Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύζης,

πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι…»

Δακτυλογράφηση κειμένου: Βάσω Κ. Ηλιάδη