Ηρακλής Φίλιος: Βυθισμός στην αλλοίωση του έρεβους

Γιατί να αλλοιώνεται πάντοτε το καλό; Και γιατί αυτό που προκύπτει από την αλλοίωση αυτή να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον και τις αναζητήσεις των ανθρώπων; Εξάλλου συνήθεια έγινε δυστυχώς να γίνεται λόγος στην εποχή αυτή περισσότερο για τον αντίχριστο παρά για τον Υιό και Λόγο του Θεού.

Θέλω να ξεκινήσω αντίστροφα. Φανταστείτε την ύπαρξη δύο σημείων. Το Α και το Β. Η Α είναι ταυτόχρονα η αυθύπαρκτη αρχή, όχι αυτή που δημιουργείται μετέπειτα, αλλά η γνώση του μη όντος. Πρώτα υπάρχει η αρχή – σημείο Α ως αλήθεια, αγάπη, σχέση και έπειτα ακολουθεί το Β,  ψέμα, το μίσος, η αφιλία, ως διάβρωση όμως και έκπτωση της αρχής Α. Χωρίς την υιοθέτηση κανενός αντιμανιχαϊκού πνεύματος και πέρα από διχασμούς ανάμεσα σε όρους και λέξεις, ο λόγος αφορά τη μία και μοναδική αρχή. Για παράδειγμα το κακό δεν είναι αυθύπαρκτο. Δεν υπάρχει με άλλα λόγια «αυτόκακον» στη σκέψη του Μαξίμου Ομολογητού και Διονυσίου Αρεοπαγίτη. Κατά τους θεοφόρους αυτούς Πατέρες το κακό δεν έχει υπόσταση, αλλά είναι «παρυπόσταση».

Το ίδιο δεν συναντάμε και στη Δημιουργία του κόσμου; Τι είπε ο Θεός; «γενηθήτω φῶς». Και τι συνέβη; «καὶ ἐγένετο φῶς». Το φως είναι η αρχή. Το έρεβος είναι η αλλοίωση, η υστερογενής «παραχάραξη» της «οντολογίας» του φωτός. Δεν δημιούργησε το έρεβος ο Θεός. Το έρεβος δεν έχει την αναφορά του στον εαυτό του, αλλά στην απουσία της πρωταρχικής αιτίας που είναι το φως. Είναι «στέρησις τῆς τοιαύτης ἕξεως ἐκ διαφανοῦς», δηλαδή του φωτός, όπως θα μας πει ο Αριστοτέλης στο Περί Ψυχής.

Δεν αγνοώ το φως, αλλά θέλω η σημερινή αρχή να γίνει το έρεβος. Αυτό δεν είναι ούτε απιστία, ούτε ειδωλολατρία. Δεν είναι ρήξη της εμπιστοσύνης που γεννά η σχέση Θεού – ανθρώπου, αλλά πρόκειται για μία επιτακτική απομυθοποίηση. Εξάλλου τονίστηκε στην αρχή πως περισσότερος λόγος γίνεται για το μιαρό σήμερα παρά για το άγιο. Κι αυτό ίσως οφείλεται στο ότι ξεκινήσαμε από το άγιο. Και γιατί όμως να το παραγκωνίσουμε; Ίσως γιατί το θεωρήσαμε δεδομένο. Και το δεδομένο δεν γοητεύει. Γοητεύει το απαγορευμένο. Στον πειρασμό του απαγορευμένου δεν έπεσε ο Αδάμ και η Εύα; Και για εκείνους δεν άρχισαν όλα τα δεινά στην ανθρωπότητα; Μία παρακοή έφερε τον πνευματικό θάνατο, τη νέκρωση της ψυχικής ηδονής που πλάστηκε για τη θέα των άρρητων και ανέκφραστων ομορφιών του παραδείσου, ήτοι της κοινωνίας με τον Θεό, τον Δημιουργό.

Αν αφελώς ξεκινήσεις από τη δεδομένη αρχή, δεν θα την ερωτευτείς ποτέ. Θα ερωτευτείς την υπαρξιακή της αλλοίωση. Υπαρξιακή όντως μεν, αυθύπαρκτη όμως ποτέ. Η ελευθερία και η ιδιοσυγκρασία της ανθρώπινης ροπής προς την κακοτεχνία μιας ιδιάζουσας φύσης που θέλγεται από τις ειδωλικές ομορφιές της ανομίας που ως συνήθεια βαφτίζεται «λογικό» και «άγιο, δεν αφήνει στην ψυχή το περιθώριο της καθαρής επιλογής.

Δηλαδή ο άνθρωπος έχει μάθει να δημιουργεί μέσα του, στη ζωή του, στις συνήθειες του, στις καθημερινές του επιλογές και αποφάσεις, την αλλοίωση μιας δευτερεύουσας ιδέας ή αντι – εικόνας, ως τη γέννηση μιας αρχής που ενώ είναι ανίερη, ο ίδιος συνήθισε να ζει στην αντικατοπτρισμένη της υπόσταση που δεν είναι, αλλά ο ίδιος την κάνει να είναι. Και πρέπει για τον ίδιο να είναι. Και το κακό για τον ίδιο πρέπει να είναι και να γίνεται η λογική αποδοχή, ενώ πλέον το καλό όχι. Και το κακό να είναι η μία αρχή που δεν υπάρχει άλλη, ενώ το καλό να γεννιέται ως το σπάνιο είδος της αφηρημένης δημιουργίας. Δημιουργίας που εμπίπτει στα όρια των αντοχών που ευτυχώς προβληματίζονται και επιλέγουν αγωνιακά την αληθινή γνώση και κατοχή του όντος.

Αν ο τίτλος άλλαζε, θα σκάλιζε στο χαρτί τις λέξεις «βυθισμός στο φως». Γιατί όμως να βυθιστούμε στο φως; Το φως είναι ξεπερασμένο. Ένα αξεπέραστο φολκλορικό στοιχείο που έχει βιάσει επανειλημμένα τις φυσικές μας διαθέσεις. Πόσο μάλλον η Ανάσταση ή το φως της Μεταμόρφωσης; Που λόγος γι’ αυτά; Αξεπέραστες αρχές, ετεροχρονισμένες. Βιωματικές εμπειρίες μιας καθεστηκυίας αντίληψης του πάσχοντος γεροντισμού που έμαθε να εξηγεί και όχι να βιώνει. Του εκκλησιαστικού πνεύματος που αρκέστηκε να ομιλεί παρά να χαριτώνει.

Όμως περί αλλοίωσης ο λόγος. Δεν είναι τυχαίο. Για το χριστιανικό πνεύμα δεν υπάρχει τύχη αλλά πρόνοια του Τριαδικού και Άγιου Θεού που χύνει όλες του τις ευλογίες σκανδαλωδώς στα πλάσματα που φτιάχτηκαν από χώμα και στο χώμα πάλι θα επιστρέψουν. Αντί λοιπόν να βυθιστούμε πάλι στο φως, το φως που ανακαινίζει, μεταμορφώνει κ.ο.κ. (κάτι που ο σύγχρονος άνθρωπος αρνείται να δεχτεί στην πρωτότυπη του εκδοχή), ας βυθιστούμε σε μια αλλοίωση. Όχι του φωτός, αλλά του έρεβους. Δηλαδή που καταλήγουμε; Πάλι στην ίδια αρχή. Από εκεί που ξεκινήσαμε. Στο φως. Τελικά μήπως όλα είναι φως;

Αν στην εποχή της παραφροσύνης όπου το λογικό έγινε άλογο και το άλογο λογικό, μιλήσεις για το φως ή ακόμη αν θες να το δείξεις μέσα στις σελίδες της Αγίας Γραφής, στα κείμενα αγιαστικής μυρσίνης των θεοφόρων Πατέρων, στο θυμίαμα που σκίζει την ασχήμια του αέρα και την τινάζει προσευχητικά στο ουράνιο στερέωμα, η γραφικότητα ήδη σου ταιριάζει. Μιλάς για ένα φως που ποτέ δεν είδαμε ή για μία εμπειρία φωτός που ποτέ δεν ψηλαφίσαμε αισθητά (όχι αισθησιοκρατικά) με το καρδιακό πνεύμα της αποταγής από τις ασχήμιες των παθών. Αν μιλήσεις για το έρεβος, τότε είσαι εντός των πραγμάτων. Εξάλλου το έρεβος κατευθύνει πλέον τις ψυχές που δεν θέλουν εωσφορικά να μυρίσουν την δόξα της θεϊκής δύναμης που πηγάζει από τη μαρτυρία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, ο οποίος εν τέλει σταυρώνεται για άλλη μία φορά από όλους εμάς εδώ στη γη. Τον χλευάζουμε, τον φτύνουμε, τον χαστουκίζουμε και στο τέλος του λέμε «σταυρώσου για σένα». Τόσο κυνικοί και τόσο αχάριστοι προς το άπειρο Έλεος Του και την αμέτρητη φιλανθρωπία Του.

Και τι συνηθίσαμε; Συνηθίσαμε στο άσχημο, στο δυσώδες, στο ανούσιο, στο επιβλαβές. Στην αμαρτία που δεν την μεταμορφώσαμε σε ευλογία αλλά σε επίμονη άρνηση. Έρεβος, έρεβος και πάλι έρεβος. Αυτό έγινε συνήθεια, αυτό είναι το εύκολο. Κι όσον αφορά το φως; Αυτό έχει πολύ πόνο, πολύ δρόμο. Για να το δεις τα πόδια σου θα ματώσουν και το χώμα θα βαφτεί κόκκινο. Έχει πτώσεις. Ποιος θέλει να πέφτει; Έχει απώλειες; Ποιος έχει τη διάθεση να θρηνεί; Γιατί να δεις τι πηγάζει από την Ανάσταση; Έχει τόσο κόπο που αφήνεις αμετανόητα τον Χριστό να περπατήσει ξανά προς τον Γολγοθά. Ας Αναστηθεί Εκείνος για σένα. Εκείνος το θέλησε, Εκείνος είναι υποχρεωμένος να πληρώσει για τις δικές σου βρωμιές σ’ αυτή τη γη που πατάς, ζεις κι ανασαίνεις. Ενώ το έρεβος έγινε σύμφυτο της ταλαίπωρης ζωής που σκάπτει και ανακαλύπτει σαν διέξοδο το αδιέξοδο.

Γι’ αυτό μου αρέσει η αλλοίωση. Είναι ένας όρος που δηλώνει την αλλαγή του Β σε Α. Αναρχική αλλαγή που φέρνει τα πάνω κάτω. Τη σκιά στην εικόνα. Την παρυπόσταση στην υπόσταση. Την καταδίκη στη σωτηρία. Και η αλλοίωση του έρεβους είναι το πέταγμα από την ασχήμια που εντοπίζεται στα χαλάσματα της λησμονιάς. Εκτός από τα χαλάσματα υπάρχει και εκείνο που δύει και ανατέλλει. Δεν βρίσκεται, μήτε γεννάται στο απύθμενο βάθος της αναίρεσης εκείνης της πιο ευλογημένης προοπτικής του να είσαι και να γίνεσαι εικόνα του Θεού, κάτω από το φως. Το φως Χριστού που «φαίνει πᾶσι». Θυμίαμα ελέους στο φως της αγιοσύνης που δέχεται ψυχές αμαρτωλές, πονηρές, φθαρτές, άσχημες, ανόητες, σαρκικές. Αυτές οι ψυχές είναι αρεστές στον Θεό. Αυτές οι ψυχές μετανιώνουν και χορεύουν όπως όλη η κτίση στην Ανάσταση.

Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν διάνοιξον ὀφθαλμοὺς εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν… Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. (Ευχή Ευαγγελίου).

 

Ηρακλής Φίλιος

iraklisf@theo.auth.gr