Γιατί δίνουμε δώρα τα Χριστούγεννα;

Από πράξεις αγάπης μέχρι ακριβά καλούδια που είχαμε βάλει στο μάτι εδώ και καιρό, όλοι απολαμβάνουμε τη στιγμή που θα πάρουμε στα χέρια μας ένα δώρο από ένα άτομο που μας νοιάζεται και το νοιαζόμαστε. Κάποιοι, μάλιστα, λένε ότι χαίρονται ακόμα περισσότερο την πράξη της προσφοράς και δεν έχουν κι άδικο.

Σε κάποιες χώρες, τα παιδιά έχουν ανοίξει τα δώρα τους, ήδη, από τις 6 Δεκεμβρίου, την ημέρα του Αγίου Νικολάου. Σε κάποιες άλλες, περιμένουν να ξημερώσουν Χριστούγεννα ή η 26η Δεκεμβρίου, για να βρουν κάτω από το δέντρο ό,τι τους έφερε ο Άγιος Βασίλης. Αλλού, τα δώρα ανοίγονται Πρωτοχρονιά. Και είναι κι εκείνα τα μέρη, όπου ο κόσμος ανταλλάζει δώρα ανήμερα Θεοφανίων.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι, όποια μέρα κι αν έχει καθιερώσει ο καθένας στην οικογένειά του ως την ημέρα του ανοίγματός τους, είναι δύσκολο να φανταστούμε τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, χωρίς δώρα. Έχουμε, όμως, αναρωτηθεί ποτέ γιατί νιώθουμε εσωτερικά την ανάγκη να τα προσφέρουμε -υλικά ή άυλα- κάθε γιορτές;

Αρχαία πρακτική

Η προσφορά δώρων είναι γνωστό χαρακτηριστικό των ανθρώπινων κοινωνιών, εδώ και χιλιετίες. Στους αρχαίους πολιτισμούς, οι αρχηγοί αντάλλαζαν δώρα μεταξύ τους, για να εξασφαλίσουν την ειρήνη ανάμεσα στους λαούς τους, για να κερδίσουν την εύνοια κάποιου ξένου εισβολέα ή ακόμα και για να αποδείξουν την υποταγή τους και να διατηρήσουν το status quo.

Ομοίως, δώρα αντάλλαζαν και οι απλοί άνθρωποι, εκφράζοντας τις περισσότερες φορές αισθήματα ευγνωμοσύνης ή επιδιώκοντας να κερδίσουν κάτι. Δώρα και θυσίες, όμως, οι πρόγονοί μας έδιναν και στους θεούς. Είτε ως ένδειξη υποταγής και πίστης είτε για να τους κατευνάσουν, να τους ζητήσουν μια χάρη ή να τους ευχαριστήσουν για κάτι που θεωρούσαν ότι ήταν θεόσταλτο.

Η χριστιανική παράδοση

Στη χριστιανική θρησκεία, η πρακτική ανταλλαγής δώρων για τα Χριστούγεννα αντανακλά τα δώρα που προσέφεραν οι Μάγοι στον νεογέννητο Ιησού: Χρυσός, το βασιλικό μέταλλο για τον Βασιλιά των Βασιλιάδων. Λιβάνι, σύμβολο της λατρείας που θα του έδειχνε ο κόσμος. Σμύρνα, το άρωμα που τοποθετούνταν στους νεκρούς και έδειχνε ότι ο Χριστός θα υπέφερε και θα πέθαινε.

Τα Χριστούγεννα, όμως, δεν γιορτάζονταν ανέκαθεν με τον τρόπο που το κάνουμε σήμερα. Ήταν πάντα μία ιερή μέρα, αλλά μόνο μετά το τέλος του μεσαίωνα έγιναν τόσο δημοφιλή σαν γιορτή του Χριστιανισμού. Σιγά – σιγά, στα χρόνια που ακολούθησαν, η ανταλλαγή δώρων, ως πρακτική που υπήρχε από αιώνες πριν, έγινε μέρος της γιορτής σε ορισμένες περιοχές.

Τελικά, αναπτύχθηκε μία κοινή χριστουγεννιάτικη κουλτούρα, σύμφωνα με την οποία, οι πιστοί ανταλλάζουν δώρα για να τιμήσουν τη γέννηση του Χριστού, ο οποίος δώρισε την ίδια τη ζωή του, για τη σωτηρία τους. Από τον 19ο αιώνα, η ιδέα των δώρων πήρε νέες διαστάσεις, αφού δημοφιλείς συγγραφείς (Κάρολος Ντίκενς, Ο’ Χένρι κ.α.) καταπιάστηκαν με τα Χριστούγεννα.

Στις μέρες μας, η παράδοση της ανταλλαγής δώρων είναι συνδεδεμένη στενά με γιορτές, επετείους και ξεχωριστές περιπτώσεις. Έχει, όμως, διαφορετικό χαρακτήρα από εκείνον του παρελθόντος; Ιστορικά, οι άνθρωποι δίναμε δώρα προσδοκώντας σε κάποιο αποτέλεσμα. Σήμερα, περισσότερο αναδεικνύουμε τον ανιδιοτελή χαρακτήρα της προσφοράς.

Μια ματιά στην επιστήμη

Αυτό το χαρακτηριστικό, της «τυφλής» γενναιοδωρίας, προβλημάτιζε τους επιστήμονες, οι οποίοι θεωρούσαν ότι δεν ταιριάζει με τη θεωρία του «ο καθένας μάχεται για την επιβίωσή του». Όπως έλεγαν, τα δώρα και οι πράξεις φιλανθρωπίας έρχονται σε αντίθεση με τη φύση μας: το τελευταίο πράγμα που θα έκανε ένα ανταγωνιστικό ον είναι η σπατάλη πόρων υπέρ άλλων.

Πριν από μία δεκαετία, οι καθηγητές Martin Nowak (Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ) και Sebastien Roch (Πανεπιστήμιο Berkeley), με επιστημονική δημοσίευσή τους, υποστήριξαν ότι η αύξηση στα φαινόμενα αλτρουισμού τις περιόδους των γιορτών εξηγείται από το αίσθημα αμοιβαιότητας και παίζει ρόλο στην επιβίωσή μας.Με απλά λόγια, είπαν ότι η προσφορά αυξάνεται, αν συνδέεται με την άμεση αμοιβαιότητα. Δηλαδή, ένας είναι πιθανότερο να προσφέρει σε κάποιον, όταν περιμένει βάσιμα από εκείνον να του προσφέρει κάτι πίσω. Το αποτέλεσμα είναι να αυξάνεται η συνεργασία στις κοινωνίες, απαραίτητη προϋπόθεση για τη δική μας επιβίωση. «Κράτα με να σε κρατώ, να ανεβούμε το βουνό».

Επιπλέον, έδειξαν ότι η προσφορά συνδέεται και με την αμοιβαιότητα δικτύου. Δηλαδή, ένας προσφέρει κάτι σε κάποιον πιο εύκολα, ξέροντας ότι αυτός είναι πιθανό να προσφέρει με τη σειρά του σε κάποιον άλλον και ούτω καθεξής. Το σκεπτικό απλό: «Σε βοηθώ και τελικά, κάποιος άλλος θα βοηθήσει εμένα». Και πάλι, ενισχύεται η ζωτικής σημασίας συνεργασία στις κοινωνίες μας.

Αυτή η πεποίθηση είναι πιο ενισχυμένη τις περιόδους των γιορτών. Τότε πιστεύουμε περισσότερο ότι οι άνθρωποι στους οποίους δίνουμε δώρα είναι πιθανό να δώσουν και αυτοί σε κάποιον άλλο και στο τέλος, να πάρουμε κι εμείς κάτι. Έτσι, κάθε Χριστούγεννα, οι (φαινομενικά) αλτρουιστικές πράξεις αυξάνονται κατακόρυφα. Ξεσπά μια «επιδημία αλτρουισμού».

Το 2011, προσθέτοντας στα παραπάνω, ψυχολόγοι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια υποστήριξαν ότι «η γενναιοδωρία εξελίχθηκε σαν χαρακτηριστικό επειδή είναι μια στρατηγική συνεργασίας μεγάλων αποδόσεων». Με πειράματα, έδειξαν ότι οι άνθρωποι επιλέγουν να δίνουν ακόμα και όταν ξέρουν ότι δεν πρόκειται να ξαναδούν ποτέ το πρόσωπο στο οποίο προσφέρουν.

Η εξήγηση που έδωσαν είναι ότι έχουμε μάθει πως είναι πάντα καλύτερο να υποθέτουμε ότι θα ξαναδούμε κάποιον, άρα θα βιώσουμε τις επιπτώσεις των πράξεών μας, παρά να κάνουμε λάθος υποθέτοντας το αντίθετο. Τόσο καλύτερο, που εξελιχθήκαμε ώστε να είναι φυσιολογικό να συμπεριφερόμαστε γενναιόδωρα, ακόμα και σε ξένους.

Οι απαντήσεις είναι μέσα μας

Για κάποιους, τα δώρα είναι μία παράδοση που έχουν μάθει να τηρούν την ημέρα των Χριστουγέννων. Για άλλους, είναι ένα ξεχωριστό μέσο να εκφράσουν σε φίλους και οικογένεια την αγάπη τους. Είναι κι εκείνοι που δίνουν δώρα, ζητώντας ανταλλάγματα. Ίσως δίνουμε δώρα, γενικά, γιατί αυτό «προστάζει» η φύση μας.

Τελικά, τι ισχύει; Μάλλον αξίζει να κάνουμε λίγο πίσω και να ψάξουμε οι ίδιοι βαθιά στην ψυχή μας για την απάντηση στο ερώτημα «γιατί δίνουμε δώρα, κάθε Χριστούγεννα;». Ο καθένας από εμάς, ξέρει καλύτερα τα δικά του κίνητρα. Και όποια κι αν είναι -θρησκευτικά, ιστορικά, επιστημονικά- αρκεί οι προθέσεις του να είναι αγνές κι οι πράξεις του να φωτίζουν τη μέρα κάποιου. Δε νομίζετε;